Αναζήτηση

People of the Net

Αν η Ryanair διοργάνωνε συναυλίες

Καιρό είχα να γράψω Θανάση μου και αποφάσισα να κάνω ένα δυναμικό comeback στη wannabe κωμωδία και ήδη έχεις πεθάνει στα γέλια με αυτό που μόλις έγραψα οπότε το εγχείρημα κρίνεται επιτυχημένο, αλλά υποτίθεται ότι από δω και πέρα αρχίζει το αστείο…

Φαντάσου λοιπόν έναν κόσμο όπου η Ryanair ειδικεύεται όχι στις οικονομικές πτήσεις αλλά στις οικονομικές συναυλίες! Πως θα ήταν μία τέτοια διοργάνωση; Θα ξεπερνούσε τις πατάτες των γνωστών εγχώριων διοργανωτών ή θα έκανε decent δουλίτσα;

1. Το εισιτήριο (μου έπεσε απ’ τα χέρια)

Τιμές-σοκ, τιμές-σκότωμα, τιμές στον πάτο! Συναυλία απλή από 5€! Αμόλυβδη από 10€! Φεστιβαλάρα από 20€! Αλλά! Μόνο για λίγες μέρες και με την προϋπόθεση να πληρώσεις μέσω PayPalκαι να κάνεις απαραίτητα checkin! Αλλιώς αν πας εκεί και δεν ανεβάσεις στα socialmedia την παρουσία σου, θα φας άλλο τόσο κατά την έξοδο! Αν θες να πας ταμείο για να παραλάβεις το μαγικό χαρτάκι, υπολόγισε κι ένα +25% στο νερό. Κι αυτό μόνο για τις πρώτες μέρες προπώλησης και για περιορισμένο αριθμό! Αν δεν προλάβεις, μένεις στην απέξω (αυτό θα ήταν καλό για να αποφύγουμε τους αδικαιολόγητα πηγμένους κλειστούς χώρους – να τα λέμε κι αυτά!) και αν έχει μείνει απόθεμα μετά την περίοδο της έκπτωσης, θα πληρώσεις σε μια στάνταρ τιμούλα.

2. Το line-up

Εννοείται ότι τη μπάντα που ήθελες να δεις, θα τη δεις! Απλά, όχι όλους! Ο μπασίστας θα έχει μείνει ακόμα στον έλεγχο αεροδρομίου γιατί το μηχάνημα ανίχνευσης μετάλλου χτυπάει στο χρυσό του δόντι και περιμένουν οδοντίατρο να πάει να το αφαιρέσει για να περάσει χωρίς πρόβλημα, ο τραγουδιστής θα έχει πάει σε άλλη πόλη (για Ελλάδα γενικά πετούσανε, δε διευκρίνησε κανείς αν θα πάνε όλοι Αθήνα ή δε θα πάει κάποιος Θεσσαλονίκη πχ…), ο κιθαρίστας σε άλλη χώρα, αλλά εντάξει, πάντα ήθελες να δεις ένα soloshow του Lars Ulrich, σωστά;

3. Ο συναυλιακός χώρος

Ο χώρος μπορεί να αλλάξει απροειδοποίητα ακόμα και τελευταία στιγμή. Τι εννοείς πως θα το μάθεις; Να μπαίνεις τακτικά στο site της εταιρείας! Φυσικά κι επιτρέπεται αυτό, άλλωστε το γράφει και πάνω στο εισιτήριο! Το κανονικό, αυτό που πουλάνε στα ταμεία! Τι; Αγόρασες νωρίς εισιτήριο και το έχεις μόνο σε ψηφιακή μορφή; Στα παπάρια μας! Να πήγαινες να βγάλεις και κανονικό γύφτουλα! Τέλος πάντων, κατά 60-70% η συναυλία θα γίνει εκεί που έλεγε η διαφήμιση, ίσως και την ώρα που ανακοινώθηκε, απλά να, θα πρέπει να υπολογίσεις και τουλάχιστον 4 ώρες ακόμα για να φτάσεις, καθώς «συμπτωματικά» θα γίνονται έργα στο δρόμο ή θα έχει κακοκαιρία, ώστε αν ξεκινούσες στην ώρα σου να καθυστερούσες δραματικά. Το νου σου λοιπόν!

4. Το κοινό

Όλοι σαν κι εσένα θα είναι. Γύφτοι με απαιτήσεις! Οπότε ετοιμάσου για γκρίνια, καθώς όλοι θα είναι σπασμένοι που πρέπει να μπουν στο χώρο με ένα παπούτσι, βρακί χωρίς μπατζάκι και να μη φορούν καπέλο. Αν θες να στέκεσαι αξιοπρεπώς όρθιος, να φοράς σώβρακο που σε βολεύει και να προστατεύεσαι από τον ήλιο, πρέπει να τα πληρώσεις έξτρα! Αλλά είσαι τυχερός, επιτρέπεται να έχεις μαζί σου χειραποσκευή. Μπορείς λοιπόν να έχεις εκεί μέσα ΚΑΙ ΜΟΝΟ αυτά που δεν επιτρέπεται να φοράς! Α! Και αν είσαι λίιιιγο πιο ευσωμούλης από το κανονικό (πχ με 1,80 ύψος να είσαι έστω και λίγο παραπάνω από 80 κιλά) θα πρέπει να πληρώσεις και δεύτερο εισιτήριο γιατί πιάνεις παραπάνω χώρο από το αναμενόμενο! Κανονική τιμή, ταμείου! Να μάθεις να είσαι μπουχέσας, αμ μπράβο!

5. Η έκπληξη

Περίμενες να έχει και νούμερο 5 η λίστα, έτσι; Είσαι ψυχαναγκαστικός κι αυτό θα ήταν το σωστό, να έχει και μία πέμπτη καταχώρηση, για να κλείνει ομαλά… Χα! Φα’ τη πίτσα μου! Δες ξανά τι γράφει στον τίτλο: R Y A N A I R ! Περίμενες να μη συμβεί κάτι τόσο απαράδεκτα άβολο την τελευταία στιγμή; ΜΟΥΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΑΑΑΑ!!!

 

 

Advertisements

The journey of the fool

Νέα χρονιά ξεκινά, καλώς μας ήρθες 2019. Κι αφού κάθε νέα χρονιά λογάται για καινούριο ταξίδι, ας μιλήσουμε για το ταξίδι του Τρελού, όπως το λένε στα Ταρώ.

Μικρός πρόλογος: ποτέ δεν ήμουν φαν της χαρτομαντείας, μέχρι που έπαιξα κάποτε το βιντεοπαιχνίδι «Persona 3». Μέρος του παιχνιδιού είναι η σημειολογία των Ταρώ και κατά τη διάρκεια του gameplay εξηγούνται οι διάφορες αρκάνες. Ψάχνοντας μετέπειτα το θέμα, ανακάλυψα ότι το παιχνίδι είχε εντρυφήσει στη σημειολογία των Ταρώ και δεν είχε προσαρμόσει απλά τους χαρακτήρες στις κάρτες.

Ο Τρελός λοιπόν. Ποιος είναι; Εγώ, εσύ, ο γείτονας, ο καθένας. Η κάρτα απεικονίζει παραδοσιακά έναν νεαρό που περπατά προς ένα γκρεμό, με ένα δισάκι στον ώμο κι ένα σκύλο στα πόδια του. Το δισάκι συμβολίζει τις γνώσεις, ικανότητες, ταλέντα κι εμπειρίες. Ο σκύλος τη διαίσθηση. Ο γκρεμός το σκοτάδι. Και ο αριθμός του είναι το μηδέν.

Γιατί το μηδέν; Γιατί το μηδέν σημαίνει το κενό. Και το κενό μπορεί ο καθένας να το γεμίσει κατά το δοκούν. Μπορεί ένα χύμα γέμισμα να οδηγήσει τον Τρελό στο σκοτάδι. Μπορεί όμως επίσης, με ένα μεθοδικό γέμισμα, αξιοποιώντας το ταλέντο και τη διαίσθησή του, να οδηγηθεί σε νέους δρόμους που θα τον βοηθήσουν να εξελιχθεί. Σε άλλες τράπουλες, ο Τρελός φέρει τον αριθμό 22. Είναι δηλαδή παραπάνω κι από το Σύμπαν, που είναι παραδοσιακά η κάρτα 21. Δηλαδή, μέσα από το ταξίδι του, ο Τρελός έχει τη δυνατότητα να γίνει κάτι παραπάνω κι από το σύμπαν το ίδιο. Larger than life δηλαδή Θανάση μου, όπως λένε και στο χωριό μου, το Πέρα Χάρτφορσάιρ.

Η ευχή μου για τη νέα χρονιά λοιπόν είναι αυτή. Ξεκινήστε άδειοι αυτό το ταξίδι, άδειοι απ’ όσα σας στράβωσαν πέρσι (και πρόπερσι κι αντιπρόπερσι και, και, και…), βρείτε τα καλά σας χαρτιά, αφουγκραστείτε τα ώστε να δείτε που μπορεί να σας οδηγήσουν, κάντε δυνατά και σταθερά βήματα και γεμίστε το ταξίδι σας έτσι ώστε να αξίζει.

Γι’ αυτούς που ξέχασαν

Δέκα χρόνια από εκείνο το Δεκέμβρη που θα άλλαζε τον κόσμο.

Είκοσι οκτώ χρόνια από τότε που πέθανε ο Παύλος.

Πιστεύεις πως δεν έχει νόημα αυτή η σύνδεση; Ξέχασες κιόλας; Να σου θυμίσω.

https://youtu.be/CUFfsRe8myA

Σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, το «Κάποτε θά’ρθουν» συνδέθηκε με τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο τότε, δέκα χρόνια πριν. «Έχε το νου σου στο παιδί»… Το τραγούδι από μόνο του είναι ικανό να συγκινήσει. Συνδέοντάς το με το περιστατικό που ξεσήκωσε μιαν ολόκληρη γενιά, απέκτησε μιαν άλλη διάσταση. Λίγοι όμως το έπιασε σωστά. Γι’αυτό και το παιδί έχει πεθάνει.

Ξαναδές το στίχο τι λέει: Κάποτε θα έρθουν διάφοροι να σε πείσουν για διάφορα. Όμως αν φροντίζεις το παιδί να αντέξει σε αυτή την κατάσταση, υπάρχει ελπίδα.

Δεν το πιάνεις, έτσι; Μα φυσικά…

Σε σένα μιλάω, εσένα που τότε έπαιξες κλεφτοπόλεμο με την αστυνομία και την επόμενη μέρα σκέφτηκες «πλάκα είχε, πάμε τώρα παρακάτω». Σε σένα που ξέχασες. Ήρθαν. Σου είπαν διάφορα. Πως δεν υπάρχει νόημα να μιλήσεις, να διεκδικήσεις, να τολμήσεις. Πως θα βγεις χαμένος αν το κάνεις. Κι έτσι, το παιδί μέσα σου, το κλείδωσες για τα καλά. Άλλαξες πλατεία, πήγες παραπέρα. «Μεγάλωσες», «ωρίμασες πια», «τα Εξάρχεια είναι μια παιδική αρρώστια»… Απλά, ξαναπερνάς από εκεί μια στο τόσο, «για τη φάση». Ίσως μάλιστα και σήμερα να περάσεις για να σε τσιμπήσει μια νοσταλγική διάθεση, την οποία θα απομακρύνεις αργότερα με Netflix and chill 

Δε μπορώ να σε αδικήσω. Ίσως σε κάποια φάση, να παρατήρησες κι εσύ ότι πολλοί παλιοί σου συνοδοιπόροι έγιναν κυριλέ. Και προκειμένου να μην ξεμείνεις πίσω, τους ακολούθησες. Είδες άλλωστε πως η επανάσταση δεν απέφερε και καμία ουσιαστική αλλαγή, απογοητεύτηκες κι αντί να ξαναβγείς στους δρόμους, άραξες στον καναπέ σου.

Ξέρεις όμως τι; Δε χρειάζεται να πετάς νεράτζια σε μπάτσους για να πεις πως είσαι επαναστάτης. Υπάρχουν επαναστάσεις που ακόμα μπορείς να κάνεις. Χωρίς βία κιόλας. Να ζητήσεις το λόγο από κάποιον για μια παράλογη συμπεριφορά. Να του δείξεις το λάθος του. Να του εξηγήσεις πως έχει άδικο. Να τον βελτιώσεις. Ίσως τέτοιες μικροκινήσεις να πυροδοτήσουν την αλλαγή στην οποία κάποτε, έστω και για μια ώρα, πίστεψες ότι μπορείς να φέρεις. Μαγικό;

Δέκα χρόνια από εκείνο το Δεκέμβρη που θα άλλαζε τον κόσμο. Δεν τα κατάφερε. Ενθουσιάστηκε και μετά αποσπάστηκε η προσοχή του. Άναψαν φωτιές όμως κείνο το Δεκέμβρη. Κάπου δε θα’χει μείνει όμως μια σπίθα; Βρες την. Και ξανάναψε.

Μικρόβια στο γραφείο

Χειμώνιασε και στα γραφεία αρρωσταίνει κόσμος. Ο τίτλος ωστόσο είναι clickbait γιατί δεν πρόκειται να μιλήσω για ασθένειες αλλά για ένα άλλο είδος μικροβίου, που δεν καταλαβαίνει από καιρικές συνθήκες.

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στο γραφείο Θανάση μου, έφτασα κλαίγοντας κι έπιασα βάρδια σιχτιρίζοντας. Ξαφνικά, ακούω μια κυρά από πίσω να χώνει ατακάρα:

«Σε ιδιωτικό θα την πάω τη μικρή, να μη μπλέκει με Αλβανούς»

ΩΠΑ! ΤΡΙΓΓΕΡΝΤ Ο ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ!

Ότι δηλαδή δεν υπάρχει Αλβανός που να πάει σε ιδιωτικό σχολείο… Ότι γενικά σε κανένα ιδιωτικό σχολείο δεν υπάρχουν αλλοδαποί… Ναιαιαιαι, σουουουουρ!

ΜΩΡ’ ΔΕ ΜΟΥ ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΛΕΩ ΓΩ;

Πρώτον, το ιδιωτικό σχολείο δεν είναι κάτι σούπερ ουάου που να σου ανεβάζει αυτόματα το κύρος και το πρεστίζ. Σε πολλές περιπτώσεις, τα ιδιωτικά είναι όπως τα δημόσια με κάποια εξτραδάκια. Επιπλέον ώρες διδασκαλίας ή απασχόλησης, μεταφορά από την πόρτα στο σχολείο και πίσω,  τέτοια πράγματα. Δεύτερον, το ιδιωτικό είναι επί πληρωμή. Που σημαίνει ότι όποιος τα έχει, στέλνει το παιδί του εκεί πέρα για να μην κερδίσει και πολλά παραπάνω σε σχέση με το να πήγαινε στο δημόσιο. Άρα, αν ένας Αλβανός, Κούρδος, Ρουμάνος, Πακιστανός ή βάλε όποια άλλη μειονότητα που προκατειλημμένοι Ελληναράδες τους έχει βγάλει κακή φήμη θες έχει τα χρήματα να στείλει ένα παιδί στο ιδιωτικό, θα το κάνει.

Κυρά-από-τέτοια-μου, το να στείλεις ένα παιδί στο ιδιωτικό είναι κάτι που θα κάνεις πρώτον αν σε παίρνει και δεύτερον αν θες να λάβει το κάτι παραπάνω από θέμα παιδείας. Που το δεύτερο δεν ισχύει και απαραίτητα. Είχα κάνει σε ιδιωτικό στο λύκειο και στην πορεία γνώρισα και άλλα άτομα που είχαν πάει σε ιδιωτικά και συζητήσαμε και διαπιστώθηκε πως ισότητα εκεί μέσα δεν παίζει. Όπως στα δημόσια, έτσι κι εκεί θα παιχτούν κλίκες, νταηλίκια, τσαμπουκάδες, διακρίσεις κλπ. Απλά, στα μουλωχτά, μη χαλάσει η φήμη του σχολείου. 

Κλείνει αυτό το κομμάτι και πάμε στο άλλο. Πως μπορείς και αποκλείεις έτσι ανθρώπους μόνο και μόνο βάσει της καταγωγής τους; Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά: δεν έχει καμία σημασία αν ο άνθρωπος είναι Έλληνας, Αμερικανός, Βέλγος, Κροάτης, Αλβανός, Τούρκος, Ιρακινός, Κινέζος, Νεοζηλανδός ή οτιδήποτε. Άμα είσαι σωστός ή μαλάκας είναι όλο το θέμα. Ε, είναι προφανές ότι η κυραποτέτοια μας είναι μαλακισμένη με τη βούλα! Προσέξτε επιχειρηματάρα: «Ίδιο είναι να της πιάνει τον κώλο Αλβανός και ίδιο Έλληνας;»… Όταν δε της απάντησα «Και ο ένας και ο άλλος είναι ένας τύπος που θα της πιάνει τον κώλο, το θέμα είναι αν το θέλει ή όχι» η αποστομωτική απάντηση που έλαβα ήταν «Καλά, κάνε κόρη και θα με καταλάβεις».

Ε φταίω εγώ που έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί;

«Άμα κάνω κόρη φυσικά και δε θα με πειράξει άμα πάει με Αλβανό, θα μείνει στο έθνος» συνοδεία χειρονομίας που αναπαριστά τον αετό της αλβανικής σημαίας.

ΜΟΚΟ Η ΛΙΝΑΤΣΑ ΔΙΚΕ ΜΟΥ!

Δε χρειάζεται να μάθει ότι τη δούλεψα, δε χρειάζεται να μάθει πόσο ήθελα να ανέβω πάνω στο γραφείο σαν τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών και να αρχίσω να φωνάζω «ΑΔΡΑΞΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΟΥΤΑ ΤΗ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΠΡΙΝ ΜΙΛΗΣΕΙΣ» όταν είδα την έκπληξή της, δε χρειάζεται να ξέρει πόσο θέλω να βάλω τα γέλια όταν τη σνομπάρω τάχαμου παρεξηγημένα όταν μου ζητάει συγγνώμη κάθε τρία δευτερόλεπτα. Και δε θα μάθει γιατί δε θα διαβάσει ποτέ αυτό το κείμενο. Η ράτσα της δεν ξέρει γραφή κι ανάγνωση …

Η μαγεία βέβαια κρύβεται αλλού. Όλοι όσοι προσπαθούσαν να της εξηγήσουν πόσο παράλογη γίνεται, γύρισαν και με κοίταζαν με έκπληξη μόλις υπονόησα πως είμαι Αλβανός. Θα σας κρατάω ενήμερους αν τελικά τα ζα εδώ στο γραφείο το πίστεψαν όντως και κατά πόσον θ’αλλάξει η συμπεριφορά τους απέναντί μου.

Ως τότε, Make Mine Marvel!

 

(Ναι, ξέρω, άσχετο αλλά γιόλο! Και στην τελική, είμαι ακόμα επηρεασμένος από το θάνατο του Σταν Λη, άντε μπράβο!)

Ο δικός μου Stan Lee

Σταν,

Δεν είχα ποτέ την τύχη και την τιμή να σου σφίξω το χέρι.

Δεν κατάφερα ποτέ να βρεθώ σε κάποια εκδήλωση όπου εμφανιζόσουν και μιλούσες για τα έργα σου.

Δεν μεγάλωσα με τις δικές σου, αυθεντικές ιστορίες.

Όμως τα παιδιά σου έγιναν οι καλύτεροί μου φίλοι.

Ήμουν τεσσάρων όταν είδα κάπου σε ένα περίπτερο μια ελληνική έκδοση του Amazing Spider-Man. Κακή εκτύπωση, μικροσκοπικά γράμματα κι εγώ δεν ήξερα καν να διαβάζω. Όμως έμαθα, γιατί η μάνα μου κουραζόταν διαβάζοντας αυτές τις ψείρες. Και το δημιούργημά σου, αποτέλεσε βασική επιρροή μου στη μετέπειτα πορεία μου.

Ξέρω ότι αυτά που διάβασα δεν τα έγραψες εσύ. Αλλά πάντα έλεγες ότι οι διάδοχοί σου έκαναν εξαιρετική δουλειά. Ακόμα κι όταν αποφάσισαν να τον σκοτώσουν ή να τον κάνουν εκατομμυριούχο ή να τον χωρίσουν από τη γυναίκα της ζωής του, τη Μαίρη Τζέην, που πάντα θα έχω σαν την καλύτερη γυναίκα που δημιουργήθηκε ποτέ και που κέρδισε με την ομορφιά της και ενθάρρυνε με τη στάση της το πιο αγαπημένο μου από τα παιδιά σου.

Τόλμησες όταν οι άλλοι κινούνταν συντηρητικά. Επανέφερες τους υπερήρωες, όταν όλοι έψαχναν ιστορίες κόμιξ με στρατιώτες, ντετέκτιβ και τέρατα. Πήρες τα ηνία σε μια επιχείρηση που αργοπέθαινε και τη μετέτρεψες σε κολοσσό. Δημιούργησες συνθήματα. «Face front, True Believers!», «Make Mine Marvel», «Excelsior!»… Έδωσες στους υπερανθρώπους παρακατιανά μειονεκτήματα κι αυτό τους έκανε μοναδικούς. Ο ιδιοφυής Iron Man ήταν ένας μπεκρής γυναικάς, ο πανίσχυρος Hulk γινόταν από ένας αδύναμος άνθρωπος ένα ανεξέλεγκτο τέρας όταν θύμωνε, ο απίστευτος Spider-Man ένας έφηβος που είχε να αντιμετωπίσει το bullying των σημμαθητών του και των ΜΜΕ, οι Fantastic Four είχαν τις δικές τους, οικογενειακές ιστορίες ενώ οι X-men αποτελούσαν τους παρίες που χαλούσαν την εικόνα μιας δήθεν ιδανικής κοινωνίας. Οι αναγνώστες ταυτίστηκαν μαζί τους γιατί είδαν μέσα στην υπεροχή τους τα δικά τους, καθημερινά χαρακτηριστικά.

Ίσως να μην ήσουν υπόδειγμα εργοδότη, όπως λένε όσοι σε έζησαν. Η ποπ κουλτούρα όμως πάντα θα θυμάται τον χαμογελαστό γεράκο με το μουστάκι και τα φιμέ γυαλιά, μια εικόνα που καλλιέργησες από την ώρα που ανέλαβες να χτίσεις τον κολοσσό της Marvel μέχρι και την ύστατη στιγμή, όπου και πήγαινες δίπλα στα παιδιά σου για να τα σιγοντάρεις, να τα εμψυχώσεις, να τους μιλήσεις ή ακόμα και να τα τρολλάρεις!

Σταν, μόλις πριν λίγο έμαθα ότι η μεγάλη σου περιπέτεια έγραψε το τελευταίο της επεισόδιο. Κάτι μέσα μου έσπασε, λες κι ήσουν άνθρωπός μου. Αν και θα ήθελα να ισχύει το αντίθετο, ξέρω πως ο χρυσός κανόνας των κόμιξ δεν ισχύει στην περίπτωσή σου κι ότι δε θα επιστρέψεις. Όμως οι δουλειές σου ρίζωσαν βαθιά μέσα μου. Κι ακόμα κι αν δεν κατάφερα ποτέ να γίνω υπερήρωας, προσπαθώ να αντιμετωπίζω τους καθημερινούς μου villains με το σθένος που δίδαξες στα παιδιά σου να πράττουν και να προσπαθώ καθημερινά να κάνω ένα μικρό θαύμα που θα φέρει μεγαλύτερα.

Ξέρεις πλέον ότι τα θαύματα δεν πετυχαίνουν πάντα. Η προσπάθεια όμως, οφείλει να είναι…

Excelsior!

Επιστολή στον Θεό

Ψτ, Μεγάλε, τι γίνεσαι;

Καιρό έχουμε να τα πούμε. Τελευταία φορά Σου μίλησα γιατί Σε είχα ανάγκη, καθώς ήξερα με τι επιστήμονες είχα να κάνω κι απελπίστηκα. Βέβαια, κάθε φορά που τα λέγαμε ήμουν απελπισμένος, αλλά εκείνη η φορά ήταν η πιο ζόρικη. Καλά ξηγήθηκες κι Εσύ όμως. Την άφησες να φύγει. Και καλά έκανες, εδώ που τα λέμε. Σκεπτόμενος εκ των υστέρων ότι δε θα συνέβαινε τίποτα καλύτερο και κάθε μέρα απλώς θα επιβίωνε με περισσότερους πόνους και μεγαλύτερη αδυναμία, ήταν μάλλον ό,τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί.

Πριν από Εκείνη, δε θυμάμαι πότε είχαμε ξαναμιλήσει. Άντε να Σε έπιανα στο στόμα μου άμα το επέβαλε κανένας στίχος, τίτλος ή ατάκα: «Θε μου μεγαλοδύναμε πού’ σαι ψηλά κει πάνω», «What if God was one of us» κι άλλα τέτοια. Δε βοήθησες κι Εσύ ποτέ βέβαια να έχουμε καλύτερες σχέσεις. Θα μου πεις όμως, και δίκιο θά’ χεις γιατί Θεός είσαι κι έχεις de facto δίκιο σε όλα, εδώ δεν κάνεις κάτι να βοηθήσεις ανθρώπους που πραγματικά έχουν ανάγκη, μ’ εμένα θ’ ασχολιόσουν; Δε σε αδικώ. Δε μπορώ άλλωστε. Εδώ εσύ που μπορείς τάχα να κάνεις τα πάντα και δε μπαίνεις στον κόπο να αδικήσεις κανέναν. Καλά, όχι και τελείως κανέναν δηλαδή… Παραδέξου το επιτέλους ότι ο Αδάμ δεν έφταιγε σε τίποτα! Η Εύα τον έπεισε! Και μη μου αρχίσεις πάλι τη γνωστή ιστορία, «πλευρό του ήταν, κατά βάθος τα ήθελε ο κώλος του»! Το μυαλό Εσύ της το έδωσες, όχι το πλευρό! Να μην την έκανες σαχλοκούδουνο!

Άλλη ιστορία αυτή όμως. Ξέρεις τι σε ήθελα;

Σαφώς και ξέρεις. Θεός είσαι. Μαλακίες που ρωτάω…

Έλα που σε πείραξε η λέξη από μι! Εδώ λένε συνέχεια τη λέξη από γάμμα για τον Μικρό και δεν τσινάς! Μη μου πεις, ακόμα Σου πάει κόντρα επειδή δεν απομάκρυνες απ’ Αυτόν εκείνο το πικρό ποτήριο; Έλα, μην Τον ξεσυνερίζεσαι, μικρός είναι ακόμα, δεν ξέρει τι κάνει… 

Άκου, ξέρω πως δεν τα πάμε καλά οι δυο μας. Ξέρω πως δε θα πιστέψω ποτέ πάλι σε Σένα, όπως έκανα πιτσιρικάς. Ξέρω πως θα παραμείνω ένας ορθολογιστής που αναζητεί τα επιστημονικά τεκμήρια και δεν πιστεύει σε θαύματα, παρά μόνο σε λύσεις, γνώσεις και συμπτώσεις. Και δε θα πιστέψω ποτέ πως βάζεις το χέρι Σου για να προκύψουν οι τελευταίες. Εδώ δε βάζεις το χέρι Σου για να μην πεθαίνουν νεογέννητα παιδιά από καρκίνο, ούτε για να μη σκοτώνονται άνθρωποι για ένα πράμα κάτω από τη γης που του έχουμε δώσει αμύθητη αξία χωρίς λόγο, ούτε για πολύ χειρότερα και βαρύτερα πράγματα που τρέχουν τώρα, συνέβαιναν παλιότερα και δε θα σταματήσουν ποτέ να γίνονται. Θα έβαζες το χέρι σου για μικρότερα;

Όμως, λένε οι Γραφές ότι έφτιαξες τον κόσμο. Κι έτσι, ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι καταστάσεων που με την πάροδο αιώνων κατέληξε στα τελευταία 31 χρόνια. Κι ήθελα να πω μερικά πράγματα πάνω σε αυτό το χρονοδιάγραμμα.

Θα ξεκινήσω από την αρχή με ένα τέλος. Σαν σήμερα, πριν από 4 χρόνια, Την έχασα. Αλλά πριν από 31 χρόνια, τότε που ήμουν ένα χάος μέσα σε μια μήτρα κι Εκείνη ένα χάος τυλιγμένο με απόγνωση, Την βρήκα. Και Της έδωσα νόημα με τον ίδιο τρόπο που Εκείνη μου έδωσε ανατροφή. Και με διαμόρφωσε πολύ καλύτερα από τους παπάδες Σου και τις Γραφές Σου και πόσα ακόμα. Κι ήταν εκεί για μένα ακόμα κι όταν δεν ήμουν εγώ για Εκείνη. Και με στήριζε ακόμα κι αν δεν το έδειχνε και δεν το καταλάβαινα και μου φαινόταν λάθος ο τρόπος της (Σου θυμίζει κάτι; Ναι, μπηχτούλα ήταν αυτό!). Και ήθελα να Σ’ ευχαριστήσω για Εκείνη.

Αυτές οι συμπτώσεις που προκύπτουν ως ένα μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα από εκείνο το πρώτο φτιάξιμο που έκανες, οδήγησαν πριν από 18 χρόνια να πρωτοέρθω σε επαφή μαζί Της. Κι ας μην Την ήξερα, κι ας μην Την έμαθα και τόσο καλά, κι ας μην Την τιθασεύσω ποτέ, κι ας μην ασχολούμαι μαζί Της πια όσο θα ήθελα. Μέσα από Εκείνη, ανακάλυψα τον κόσμο ξανά, ανακάλυψα τον εαυτό μου ξανά και με βοηθούσε να τον ξαναβρίσκω όποτε τον έχανα (Σου θυμίζει κάτι κι αυτό; Έλα, ήταν καλή μπηχτή αυτή, Σε τιμά!). Και μπορεί Εκείνη που ακούω περισσότερο να Την λένε του διαόλου και ξέρω ότι δεν τον χωνεύεις τον παλιορουφιάνο, αλλά αυτοί που με ώθησαν να Την ανακαλύψω (ναι, εκείνος κι Εκείνη), είχαν μεγάλη πίστη σε Σένα και νιώθω ότι Στο χρωστάω λιγάκι. Οπότε, Σ’ ευχαριστώ και για Εκείνη.

Τέλος, μέσα στους αιώνες που μεσολάβησαν, φτάνουμε στην τρέχουσα περίοδο. Και σ’ Εκείνη. Ξέρεις τι παίζει, δε θα Σου πω περισσότερα, δε χρειάζεται, κοτζαμάν Θεός είσαι! Ούτε θα μπω στον κόπο να προσευχηθώ. Καταρχάς, Εκείνη δεν θα το ήθελε. Ίσως προτιμούσε να προσευχηθώ για μένα, ενώ ταυτόχρονα θα με παρακινούσε να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Αυτό δεν παίζει να Σου θυμίζει κάτι, δεν το έκανες ποτέ. Το κάνει όμως Εκείνη. Το καλύτερο είναι πως ποτέ δεν το έχει κάνει ευθέως. Γι’ αυτό Την λατρεύω. Και θέλω να Της βγει αυτό που έχει βάλει στόχο. Και ξέρω πως θα τα καταφέρει. Και δεν ξέρω για Σένα, βασικά ξέρω, δεν πρόκειται να ασχοληθείς, τα είπαμε αυτά, εγώ όμως θα κάνω ό,τι μπορώ για να Τη βοηθήσω να Της βγει. Όπως κι Εκείνη μου θυμίζει τι σκέφτομαι και τι θέλω να κάνω και να πετύχω και με ξυπνάει, πιθανότατα άθελά Της. Κι αυτή τη στιγμή, είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει πίστη σ’ εμένα, κάτι που εγώ ακόμα δεν έχω στο 100%. Οπότε, θα ήθελα να Σ’ ευχαριστήσω και για Εκείνη.

Αυτά τα ολίγα Μεγάλε. Ξέρω πως δε θα μου απαντήσεις, δεν περιμένω κάτι τέτοιο άλλωστε, απλώς, ήθελα να Στα πω. Δεν ευθύνεσαι άμεσα για Εκείνες, όμως κάποτε λένε πως έφτιαξες τον κόσμο, οπότε, αν ισχύει, ίσως να σου αξίζει ένα μικρό credit. Δε μπορώ να υποσχεθώ πως θα τα ξαναπούμε, μπορώ όμως να υποσχεθώ πως άμα τα ξαναπούμε, δεν θα είμαι καθόλου απελπισμένος.

Χαιρετώ, 

Εγώ, ο μικρός.

All Hope is (not so) Gone

Χρόνος, τυχαίο μεσημεράκι, τυχαίας μέρας, τυχαίου φθινοπωρινού μήνα, τυχαίας χρονιάς.

Τόπος, κάπου στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας.

Χώρος, ένα κουζινάκι στον πρώτο όροφο κτηρίου που στεγάζει γραφεία πολυεθνικού κατέργου, όπου οι υπάλληλοι κάνουν τα διαλείμματά τους, τρων το κολατσό τους, φτιάχνουν τον καφέ τους. Ας σταθούμε στο τελευταίο.

Πρόσωπα, άλλα άχρωμα, άλλα κουρασμένα, άλλα φρέσκα με άγνοια κινδύνου, και κάπου στη φραπεδομηχανή, η αφεντομουτσουνάρα μου.

Κι εκεί που φτιάχνω τον τρίτο καφέ της μέρας, με πλάτη σε όλους αυτούς τους γελοίους που χαίρονται να βρίσκονται και να εργάζονται σε ένα πόστο όπου κάθε ζώον όρθιο που έχει για πελάτη ή αφεντικό επιτρέπεται-έως κι επιβάλλεται-να τους βρίζει, να τους τσαλαπατά την αξιοπρέπεια, να τους δημιουργεί πονοκεφάλους, ζαλάδες, καρκινώματα και κρίσεις πανικού, εκεί λοιπόν που έχω δημιουργήσει έναν πλούσιο, εκρού αφρό κι ετοιμάζομαι να συμπληρώσω παγάκια, τσουπ! Να σου δίπλα φρέσκο πρόσωπο. Φρέσκο από κάθε άποψη. Ένα πρόσωπο που δεν είχα ξαναδεί εκεί μέσα, θηλυκό, καλοφτιαγμένο, χαμογελαστό, προφανώς και προσελήφθη πρόσφατα, περνά από εκπαίδευση και δεν έχει ιδέα σε τι λούκι έχει μπει. Ανοίγει το ψυγείο, ψάχνοντας για το τοστ της ίσως, ή για γάλα, ή μπορεί και να άφησε κάνα μπουκαλάκι νερό. Δεν ξέρω, δεν είδα, είχα την πόρτα του ψυγείου μούρη. Μια πόρτα φορτωμένη με κάμποσα σνακ, νερά, αναψυκτικά και Παναγιά μου, μακάρι να ’χε και κάνα τσίπουρο να το κατεβάσω μονοκοπανιά και να ξεχάσω που στο διάβολο βρίσκομαι! Η πόρτα, υποχωρώντας από το βάρος, καταλήγει στον ώμο μου. Το νέο κορίτσι φρικάρει ελαφρώς.

«Ω, συγγνώμη!»

«Σιγά, δε χάλασε ο κόσμος!», απάντησα κι ήταν αλήθεια. Πρώτα πρώτα, δεν το έκανε επίτηδες. Έπειτα η φόρα, η κλίση και το σημείο που με χτύπησε δεν ήταν αρκετά για να μου προκαλέσουν πόνο. Που και να ήταν, κανένας πόνος δε συγκρίνεται μ’ αυτόν που σου προκαλεί η ίδια η καθημερινότητα.

«Χίλια συγγνώμη, σας χτύπησα!»

Τώρα, έχεις δίκιο. Με χτύπησες αλύπητα. Ο κόσμος χάθηκε μέσα σ’ ένα «σας».

Αυτός ο πληθυντικός προσποιητής ευγενείας, μπορεί να κάψει έναν άνθρωπο μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου. Το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος, αλλά οι μικρότεροι που του μιλούν στον πληθυντικό, παρόλο που η διαφορά τους είναι-δεν είναι 5 χρόνια. Κι αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει ζημιά. Μπορεί να του θυμίσει ότι γέρασε και ξόφλησε, ακόμα κι αν είναι μόλις λίγο πάνω από τα 30. Κάποτε, στα 30 οι άνθρωποι είχαν στρωμένη δουλειά, οικογένεια και ιδιοκτησία. Σήμερα, έχουν μια μικρή ιστορία πίσω τους και καμία ελπίδα μπροστά τους.

Άντε τώρα εσύ να έχεις ελπίδα, με άδεια τσέπη, άχαρη καθημερινότητα, κενή ζωή, μια χούφτα σχέσεις που δεν πήγαν καλά, μια χούφτα μουσικές που πήγαν ακόμα χειρότερα, άγραφα κείμενα να πετάγονται σ’ ένα νοερό κάλαθο αχρήστων πριν καν πάρουν μορφή, μισογραμμένα κεφάλαια να περιμένουν πότε θα αποφασίσεις να συνεχίσεις τις πλοκές που σκάρωσες κάποτε, μισογραμμένα τραγούδια να προπαθούν να σε κλείσουν στα τέσσερα τέταρτά τους, μπας κι αποκτήσουν αυτά ψυχή τουλάχιστον, αφού εσένα σου παράπεσε κάπου στη διαδρομή… Βλέπεις τα χάλια σου σε κάθε γραμμή που περνάει, σκέφτεσαι «άδραξε τη μέρα κι άσε τη γκρίνια, παλικάρι μου!», μετά σκέφτεσαι τις πταίει, φορτώνεις σε άσχετες πλάτες τα κρίματά σου… Δε φταίει εκείνη που σε πλήγωσε, δεν φταίνε εκείνοι που δεν ασπάστηκαν το όραμά σου, δε φταίει εκείνος που δε μπορεί να σε στηρίξει, όταν δε μπορεί να στηρίξει τον ίδιο του τον εαυτό καλά-καλά, δεν φταίνε εκείνοι που λένε το μακρύ τους και το κοντό τους και σε επηρεάζουν σε σημείο που παγώνεις. Δε φταίνε καν εκείνα τα χιλιόμετρα που σας χωρίζουν!

Φταις εσύ!

Θυμήσου τους λόγους που κάποτε ξυπνούσες γεμάτος όνειρα κι όρεξη να τα υλοποιήσεις όλα, ένα προς ένα! Θυμίσου τι θες και τι χρειάζεσαι κι άμα σου δείχνουν χαώδεις οι απαιτήσεις σου, βάλε τες σε δεκατέσσερες γραμμές κι άρχισε να σβήνεις αράδες! Είχες βρει τον τρόπο να φύγεις τότε από εκεί, να επιβιώσεις τότε από αυτό, να καταφέρεις κάποτε το άλλο. Τα θυμάσαι; Μη μου λες πως δεν έχεις πια τη δύναμη να τα κάνεις όλα αυτά! Πως τα κατάφερνες τότε; Πρακτικά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ούτε καν εσύ. Στον πυρήνα σου, είσαι ο ίδιος. Πάρε μπρος επιτέλους!

«Είστε εντάξει;», με ρώτησε. Δεύτερος πληθυντικός μέσα με ένα μόλις δευτερόλεπτο διαφορά από τον προηγούμενο. Ένα δευτερόλεπτο, μέσα από το οποίο πέρασαν κοντά δέκα χρόνια. Τι θα έκανες τότε;

«Όλα εντάξει, αλλά μη και ξανακούσω πληθυντικό, θα σε μαλώσω!»

Χαμογέλασε. Ζήτησε συγγνώμη, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει αριθμό, κι απομακρύνθηκε. Γύρισα στην κούπα μου. Δεν είχα τέτοια κούπα-κρανίο πριν δέκα χρόνια, έτσι;

«Να πιει κανείς ή να μην πιει;» φαντάζομαι να λέω, βαστώντας την πρωτότυπη κούπα-κρανίο στον αέρα.

«Βρε, λες; Προλαβαίνω να με ξαναβρώ;», φαντάζομαι να τη ρωτάω.

«Προλαβαίνεις, προλαβαίνεις!», μου απαντά.

Κατέβασα μια τζούρα καφέ. Έχει σταματήσει να με τονώνει εδώ και καιρό κι έχει γίνει απλώς μια συνήθεια. Ωστόσο, μετά από αυτό τον εσωτερικό μονόλογο που προηγήθηκε, ανακάλυψα ότι, σε αντίθεση με πριν δέκα χρόνια, φτιάχνω έναν καφέ της προκοπής πια! Και κάποτε μου έμοιαζε ακατόρθωτο…

Εμπρός λοιπόν, στα επόμενα πρώην ακατόρθωτα επιτεύγματα δεκαετίας!

Αλλά, γι’αρχή, πίσω στο γραφείο…

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΣΤ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ LA CASA DE PAPEL

(WARNING: MINOR SPOILERS AHEAD)

Σε ένα υποθετικό σενάριο, γυρίζεται ελληνική βερσιόν της επιτυχημένης ισπανικής σειράς. Προσεγμένη δουλειά, με την παραγωγή να τα χώνει γερά για σκηνικά, φωτισμούς, σενάριο, σκηνοθέτη και φυσικά καστ. Ποιοι Έλληνες ηθοποιοί όμως θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν τη συμμορία των ληστών;

ΕΔΩ ΣΑΣ ΕΧΩ!

Καθηγητής: Αλέξανδρος Σταύρου

Ο τύπος έχει κάνει τον πιο κακό κακό της ελληνικής τιβί, τον άνθρωπο που κοντράρει στα ίσια τον Κίνγκπιν σε μεθοδικότητα και μαφιοζιλίκι, ο χειρότερος Έλλην villain ( βιέλλην; ) μετά την Ξινή από το Ρετιρέ! Το δε στυλ μπόλικο μαλλί-μούσι-κυριλίκι είναι ταμάμ για το ρόλο του criminal mastermind.

Βερολίνο: Ρένος Χαραλαμπίδης

Ο Βερολίνο είναι 50% γλοιώδης και 50% χαρισματικός. Στον Ρένο, τα ποσοστά πάνε 90% με 10%, αλλά κλάιν. Έχει αποδείξει με τους χαρακτήρες του ότι μπορεί να είναι όσο γαλαντόμος χρειάζεται για να έχει καμιά εξηντάρα ομήρους του χεριού του. Κι αν ο εγωισμός του Βερολίνο έχει κοντέψει να τινάξει στον αέρα το σχέδιο του Προφεσσόρ κάμποσες φορές, αυτός του Ρένου μας έχει δώσει και μερικές εργάρες (Αύγουστε, θα είσαι πάντα το πουτανάκι των Φτηνών Τσιγάρων)

Τόκιο: Γιουλίκα Σκαφιδά

Πιο γλυκιά από τη μπιτσάρα Τόκιο της αυθεντικής εκτέλεσης, η Γιουλίκα μας μπορεί να βγάλει ένα στοιχειώδες μπαντασσιλίκι όταν χρειαστεί, αναμφισβήτητα όμως μπορεί να γίνει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου όλου του crew. Στανταράκι επίσης, θα την κοπανάγαμε στο νιπτήρα σε κάθε εισαγωγική αφήγηση.

Ρίο: Πάρις Σκαρτσολιάς

Ουσιαστικά άχρηστος, πρακτικά θύμα, ο Ρίο υπάρχει στην ομάδα για μια χακεριά κι έπειτα για μπούγιο. Άντε, και για το love story. Για main character, αρκετά δεύτερος. Ακριβώς σαν τον πάλαι ποτέ Μανωλάκη από το Καφέ της Χαράς.

Μόσχα: Στηβ Ντούζος

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΑΣ! Αυτό, δε θέλει κι άλλο. Άντε, ας δώσω και δύο διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον αυθεντικό χαρακτήρα. Θα μπούκαρε στο Νομισματοκοπείο καβάλα πάνω σε Χάρλεϊ και θα τάραζε στη σφαλιάρα το γιόκα του χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, απλά επειδή μπορεί.

Ντένβερ: Ιωάννης Παπαζήσης

Νόστιμο παιδί, κακά τα ψέματα. Αλλά μας τη σπάει. Στους τσαμπουκάδες πάντως θα ήταν ικανοποιητικός. Ο χαρακτήρας κατά τ’ άλλα είναι απλώς efficient, όπως κι οι ερμηνευτικές δυνατότητες του Ιωάννη. Και για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ για να τρώει ξύλο από ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΣΑΣ θα τον ήθελα σε αυτό το ρόλο.

Τα Ξαντέρφια: Όσλο: Δημήτρης Σταρόβας και Ελσίνκι: Πασχάλης Τσαρούχας

Με ψαρωτικό ύφος και γομαροειδή σωματοδομή, πειστικοί για καταγωγή από το πρώην ανατολικό μπλοκ, οι κύριοι κύριοι Σταρόβας και Τσαρούχας έχουν παραστήσει στο παρελθόν το γκέι ζευγάρι, οπότε τουλάχιστον ο ένας μπορεί να επωμιστεί και να διεκπεραιώσει στο ακέραιο το ρόλο του Ελσίνκι. Κι ο κλήρος πέφτει στον Πασχάλη, μιας κι ο Σταρόβας θα επέλεγε από μόνος του το ρόλο του σιωπηλού γίγαντα Όσλο γιατί πολύ απλά θα βαριόταν να μάθει τα λόγια.

Ναϊρόμπι: Χρύσα Ρώπα

Γυαλάδα στο μάτι, όρτσα τα μυαλά, φωνή-καμπάνα, ψυχάρα. Είναι η Ναϊρόμπι. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για τη Χρύσα Ρώπα, με τη διαφορά ότι, αν φώναζε στους ομήρους να τυπώσουν χρήμα με περισσότερη ζωντάνια, θα έμπαιναν να τυπώσουν κι οι μπατσαίοι μέσα, μπας και ΣΚΑΣΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Top-5 ενοχλητικών πραγμάτων σε γαμήλια γλέντια

Τριανταρίζοντας, αυξάνουν δραματικά οι πιθανότητες να βρεθείς προσκεκλημένος σε κάποια κοινωνική εκδήλωτη τύπου γάμος, βάφτιση, γαμοβάφτιση (η βάφτιση που θες να αποφύγεις αλλά πρέπει από υποχρέωση να βρίσκεσαι εκεί κι αναγκάζεσαι να πας βρίζοντας δηλαδή), κλπ. Κάπως έτσι, κατέληξα να βρίσκομαι σε καμπόσους γάμους τους τελευταίους μήνες και κάθε φορά να φεύγω λέγοντας ότι δεν ξαναπάω ποτέ σε γαμήλιο γλέντι, γιατί καμία ποσότητα τσάμπα φαγητού και κρασιού δεν αξίζουν να φας στη μάπα τα επόμενα πέντε πράγματα!

1. Τα κλαρίνα

ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ! Ουφ, το είπα και ξεθύμανα! Μαλάκα, πρέπει να απαγορευτεί δια νόμου να παίζουν πάνω από μισή ώρα παραδοσιακά στα γαμήλια γλέντια! Να χορέψει ο πεθερός, να χορέψει η πεθερά, να χορέψει ο συμπέθερος, η συμπεθέρα, ο θείος Νώντας, η θεία Μαρίκα, κάθε ξεχασμένος σε κάποια σκοτεινή γωνιά του γενεαλογικού δέντρου συγγενής, «για να μη μας κακολογήσουν ότι δεν πέρασαν καλά»! Ρε, έχω πετύχει σε τέτοιο γλέντι μπαρμπάδες του γαμπρού να τσακώνονται με το ζευγάρι επειδή παίζουν συνέχει μοντέρνα και δε μπορούσαν να χορέψουν! Κι όταν μπήκαν τα κλαρίνα, καθόσαντε και κοίταγαν! ΠΑΤΕ ΚΑΛΑ ΜΩΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ; ΨΟΦΟ!

2. Τα παιδάκια

Σε κάθε γάμο έρχονται κι άνθρωποι που πρόλαβαν να παντρευτούν πριν το γαμπρό και τη νύφη. Κι έχουν κάνει και παιδιά. Παιδιά που δυσανασχετούν να κάθονται σε μια καρέκλα όλη την ώρα, να μην έχουν το φαΐ που θέλουν και να μην τους επιτρέπεται να πιουν απεριόριστα αναψυκτικά, παιδιά που δεν έχουν ούτε τα παιχνίδια, ούτε τα καρτούν ούτε τα τραγούδια που θέλουν και για αντίποινα προς την ταλαιπωρία που υφίστανται, τρέχουν, σκούζουν, χώνονται στην πίστα για χορό και κινδυνεύεις να τα πατήσεις, σου γκρεμίζουν το πιάτο με το φαΐ και το ποτήρι με το κρασί, σε καβαλάνε για να παίξουν, χώνονται κάτω από τα τραπέζια και μετά πετάγονται φωνάζοντας «ΜΑΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΚΛΩΤΣΗΣΕ» κι όσο περνά η ώρα, συνειδητοποιείς ότι ο Ηρώδης ήταν μια πολύ παρεξηγημένη προσωπικότητα κι ότι ο αγαπημένος σου ταβερνομεζές, τα παϊδάκια, μπορεί να παραμείνει εκλεκτό πιάτο και χωρίς διαλυτικά στο ι…

3. Οι μάνες τους

Κι άντε, πες τα παιδάκια από μόνα τους παλεύονται, επειδή όμως το ένστικτο της μάνας υπάρχει σε χειμερία νάρκη από τα γεννοφάσκια της μέσης Ελληνίδας και ξεσπάει στο μέγιστο ενοχλητικό βαθμό κατά τη γέννα. Έτσι, η μανούλα που αποφάσισε να πάει σε μια κοινωνική εκδήλωση μαζί με το πιτσιρίκι της, καταλήγει να μη διασκεδάζει καθόλου, αλλά να κυνηγά το μούλικο όλη την ώρα, φωνάζοντας και μαλώνοντάς το, να πασαλείβεται με το φαγητό που προσπαθεί μάταια να το ταΐσει και να καταστρέφει τις όποιες κοινωνικές δεξιότητες του βλασταριού της, αφού «δεν ξέρεις τα παιδάκια Θανασάκη, έλα εδώ ΤΩΡΑ!»… Κυρία μου, δεν έχεις κανένα κέρδος να κουβαλάς ένα παιδάκι που θα ενοχλεί τους πάντες και θα σε κάνει να μη χαρείς που ξεμύτισες από το σπίτι! Γιαγιάδες και νταντάδες υπάρχουν! Και το καημένο βαριέται με τόσους μεγάλους γύρω του και εσύ καταλήγεις να μην περνάς καλά!

4. Η παρέλαση των γραφικών

Πρωτοξάδερφος ντυμένος Μαραβέγιας με ξύλινο παπιγιόν. Κουμπάρα ντυμένη Κλεοπάτρα (με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ). Θείος από το χωριό ντυμένος Ταμτάκος. Θεία από την πόλη ντυμένη Ζωζώ «τόσα-χιλιόμετρα-λαμέ-μα-δε-σε-νίκησα-καημέ» Σαπουντζάκη, ασορτί με σύζυγο ντυμένο Γιάννη «πειράζει-που-είμαι-και-πολύ-βεντέτα» Φλωρινιώτη. Ξαδέρφη έτοιμη να τα δώσει όλα στην πίστα με συνδυασμό βραδινό φόρεμα-αθλητικό παπούτσι (χίλιες φορές ξυπόλητη κοπελιά…). Μακρινός ξαδερφομπατζανάκης που σέρνει το τσάμικο κομπλέ με όλες τις φιγούρες και κεντητό μαντήλι. Άκυρος καλεσμένος που τα σπάει στην πίστα όταν μπαίνουν τα μοντέρνα (αυτός είμαι εγώ ξεκάθαρα). Μπάρμπας μερακλωμένος που τρώει τούμπα στο ζεϊμπέκικο αλλά το κάνει να φανεί σαν φιγούρα (έτσι νομίζει τουλάχιστον). Πιωμένος πρώην της νύφης που φωνάζει διαρκώς «ΓΑΜΩ ΤΑ ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΑ». Συμπληρώστε ελεύθερα!

5. Το κέντρο διασκέδασης

Όσο ενοχλητικά κι αν είναι τα παραπάνω, το κέντρο που λαμβάνει χώρα το γλέντι είναι απλά ό,τι χειρότερο! Έχει χρεώσει εξωφρενικές τιμές για να προσφέρει έναν μέτριο χώρο με κακό εξαερισμό κι ανύπαρκτο κλιματισμό, πάντα θα έχουν αυτοσχεδιάσει με τις λίστες καλεσμένων επειδή δε θα τους βγαίνουν οι θέσεις και πάντα θα δημιουργούν τεράστιο πρόβλημα καθώς θα βάλουν στο ίδιο τραπέζι μπαρμπάδες τσακωμένους για κτηματικές διαφορές, αντί για το επώνυμο αναψυκτικό τύπου κόλα θα έχει τη φθηνή αντιγραφή που κανείς δεν πίνει, θα έχουν βάλει τα τραπέζια με τον πλέον άβολο τρόπο και για τους καλεσμένους αλλά και για τα αεικίνητα γκαρσόνια, τα οποία παραδόξως τρέχουν συνέχεια χωρίς να μεταφέρουν κάτι, ενώ η ηχητική εγκατάσταση θα είναι τόσο κλασμένη που το ήδη ενοχλητικό κλαρίνο θα ηχεί σαν «κλαίει ο διάολος τα παιδιά του» που έλεγε κι η συγχωρεμένη η μανούλα μου. Άσε που θα βρίσκεται σε φουλ άβολο μέρος και με ανεπαρκές πάρκινγκ, με αποτέλεσμα όσοι δεν προσέλθουν εγκαίρως να χρειαστεί να περπατάνε σε χωματόδρομο κάμποσα μέτρα. Κι άντε κάντο αυτό πάνω σε δωδεκάποντο!

A WordPress.com Website.

ΠΑΝΩ ↑