Αναζήτηση

People of the Net

All Hope is (not so) Gone

Χρόνος, τυχαίο μεσημεράκι, τυχαίας μέρας, τυχαίου φθινοπωρινού μήνα, τυχαίας χρονιάς.

Τόπος, κάπου στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας.

Χώρος, ένα κουζινάκι στον πρώτο όροφο κτηρίου που στεγάζει γραφεία πολυεθνικού κατέργου, όπου οι υπάλληλοι κάνουν τα διαλείμματά τους, τρων το κολατσό τους, φτιάχνουν τον καφέ τους. Ας σταθούμε στο τελευταίο.

Πρόσωπα, άλλα άχρωμα, άλλα κουρασμένα, άλλα φρέσκα με άγνοια κινδύνου, και κάπου στη φραπεδομηχανή, η αφεντομουτσουνάρα μου.

Κι εκεί που φτιάχνω τον τρίτο καφέ της μέρας, με πλάτη σε όλους αυτούς τους γελοίους που χαίρονται να βρίσκονται και να εργάζονται σε ένα πόστο όπου κάθε ζώον όρθιο που έχει για πελάτη ή αφεντικό επιτρέπεται-έως κι επιβάλλεται-να τους βρίζει, να τους τσαλαπατά την αξιοπρέπεια, να τους δημιουργεί πονοκεφάλους, ζαλάδες, καρκινώματα και κρίσεις πανικού, εκεί λοιπόν που έχω δημιουργήσει έναν πλούσιο, εκρού αφρό κι ετοιμάζομαι να συμπληρώσω παγάκια, τσουπ! Να σου δίπλα φρέσκο πρόσωπο. Φρέσκο από κάθε άποψη. Ένα πρόσωπο που δεν είχα ξαναδεί εκεί μέσα, θηλυκό, καλοφτιαγμένο, χαμογελαστό, προφανώς και προσελήφθη πρόσφατα, περνά από εκπαίδευση και δεν έχει ιδέα σε τι λούκι έχει μπει. Ανοίγει το ψυγείο, ψάχνοντας για το τοστ της ίσως, ή για γάλα, ή μπορεί και να άφησε κάνα μπουκαλάκι νερό. Δεν ξέρω, δεν είδα, είχα την πόρτα του ψυγείου μούρη. Μια πόρτα φορτωμένη με κάμποσα σνακ, νερά, αναψυκτικά και Παναγιά μου, μακάρι να ’χε και κάνα τσίπουρο να το κατεβάσω μονοκοπανιά και να ξεχάσω που στο διάβολο βρίσκομαι! Η πόρτα, υποχωρώντας από το βάρος, καταλήγει στον ώμο μου. Το νέο κορίτσι φρικάρει ελαφρώς.

«Ω, συγγνώμη!»

«Σιγά, δε χάλασε ο κόσμος!», απάντησα κι ήταν αλήθεια. Πρώτα πρώτα, δεν το έκανε επίτηδες. Έπειτα η φόρα, η κλίση και το σημείο που με χτύπησε δεν ήταν αρκετά για να μου προκαλέσουν πόνο. Που και να ήταν, κανένας πόνος δε συγκρίνεται μ’ αυτόν που σου προκαλεί η ίδια η καθημερινότητα.

«Χίλια συγγνώμη, σας χτύπησα!»

Τώρα, έχεις δίκιο. Με χτύπησες αλύπητα. Ο κόσμος χάθηκε μέσα σ’ ένα «σας».

Αυτός ο πληθυντικός προσποιητής ευγενείας, μπορεί να κάψει έναν άνθρωπο μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου. Το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος, αλλά οι μικρότεροι που του μιλούν στον πληθυντικό, παρόλο που η διαφορά τους είναι-δεν είναι 5 χρόνια. Κι αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει ζημιά. Μπορεί να του θυμίσει ότι γέρασε και ξόφλησε, ακόμα κι αν είναι μόλις λίγο πάνω από τα 30. Κάποτε, στα 30 οι άνθρωποι είχαν στρωμένη δουλειά, οικογένεια και ιδιοκτησία. Σήμερα, έχουν μια μικρή ιστορία πίσω τους και καμία ελπίδα μπροστά τους.

Άντε τώρα εσύ να έχεις ελπίδα, με άδεια τσέπη, άχαρη καθημερινότητα, κενή ζωή, μια χούφτα σχέσεις που δεν πήγαν καλά, μια χούφτα μουσικές που πήγαν ακόμα χειρότερα, άγραφα κείμενα να πετάγονται σ’ ένα νοερό κάλαθο αχρήστων πριν καν πάρουν μορφή, μισογραμμένα κεφάλαια να περιμένουν πότε θα αποφασίσεις να συνεχίσεις τις πλοκές που σκάρωσες κάποτε, μισογραμμένα τραγούδια να προπαθούν να σε κλείσουν στα τέσσερα τέταρτά τους, μπας κι αποκτήσουν αυτά ψυχή τουλάχιστον, αφού εσένα σου παράπεσε κάπου στη διαδρομή… Βλέπεις τα χάλια σου σε κάθε γραμμή που περνάει, σκέφτεσαι «άδραξε τη μέρα κι άσε τη γκρίνια, παλικάρι μου!», μετά σκέφτεσαι τις πταίει, φορτώνεις σε άσχετες πλάτες τα κρίματά σου… Δε φταίει εκείνη που σε πλήγωσε, δεν φταίνε εκείνοι που δεν ασπάστηκαν το όραμά σου, δε φταίει εκείνος που δε μπορεί να σε στηρίξει, όταν δε μπορεί να στηρίξει τον ίδιο του τον εαυτό καλά-καλά, δεν φταίνε εκείνοι που λένε το μακρύ τους και το κοντό τους και σε επηρεάζουν σε σημείο που παγώνεις. Δε φταίνε καν εκείνα τα χιλιόμετρα που σας χωρίζουν!

Φταις εσύ!

Θυμήσου τους λόγους που κάποτε ξυπνούσες γεμάτος όνειρα κι όρεξη να τα υλοποιήσεις όλα, ένα προς ένα! Θυμίσου τι θες και τι χρειάζεσαι κι άμα σου δείχνουν χαώδεις οι απαιτήσεις σου, βάλε τες σε δεκατέσσερες γραμμές κι άρχισε να σβήνεις αράδες! Είχες βρει τον τρόπο να φύγεις τότε από εκεί, να επιβιώσεις τότε από αυτό, να καταφέρεις κάποτε το άλλο. Τα θυμάσαι; Μη μου λες πως δεν έχεις πια τη δύναμη να τα κάνεις όλα αυτά! Πως τα κατάφερνες τότε; Πρακτικά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ούτε καν εσύ. Στον πυρήνα σου, είσαι ο ίδιος. Πάρε μπρος επιτέλους!

«Είστε εντάξει;», με ρώτησε. Δεύτερος πληθυντικός μέσα με ένα μόλις δευτερόλεπτο διαφορά από τον προηγούμενο. Ένα δευτερόλεπτο, μέσα από το οποίο πέρασαν κοντά δέκα χρόνια. Τι θα έκανες τότε;

«Όλα εντάξει, αλλά μη και ξανακούσω πληθυντικό, θα σε μαλώσω!»

Χαμογέλασε. Ζήτησε συγγνώμη, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει αριθμό, κι απομακρύνθηκε. Γύρισα στην κούπα μου. Δεν είχα τέτοια κούπα-κρανίο πριν δέκα χρόνια, έτσι;

«Να πιει κανείς ή να μην πιει;» φαντάζομαι να λέω, βαστώντας την πρωτότυπη κούπα-κρανίο στον αέρα.

«Βρε, λες; Προλαβαίνω να με ξαναβρώ;», φαντάζομαι να τη ρωτάω.

«Προλαβαίνεις, προλαβαίνεις!», μου απαντά.

Κατέβασα μια τζούρα καφέ. Έχει σταματήσει να με τονώνει εδώ και καιρό κι έχει γίνει απλώς μια συνήθεια. Ωστόσο, μετά από αυτό τον εσωτερικό μονόλογο που προηγήθηκε, ανακάλυψα ότι, σε αντίθεση με πριν δέκα χρόνια, φτιάχνω έναν καφέ της προκοπής πια! Και κάποτε μου έμοιαζε ακατόρθωτο…

Εμπρός λοιπόν, στα επόμενα πρώην ακατόρθωτα επιτεύγματα δεκαετίας!

Αλλά, γι’αρχή, πίσω στο γραφείο…

Advertisements

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΣΤ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ LA CASA DE PAPEL

(WARNING: MINOR SPOILERS AHEAD)

Σε ένα υποθετικό σενάριο, γυρίζεται ελληνική βερσιόν της επιτυχημένης ισπανικής σειράς. Προσεγμένη δουλειά, με την παραγωγή να τα χώνει γερά για σκηνικά, φωτισμούς, σενάριο, σκηνοθέτη και φυσικά καστ. Ποιοι Έλληνες ηθοποιοί όμως θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν τη συμμορία των ληστών;

ΕΔΩ ΣΑΣ ΕΧΩ!

Καθηγητής: Αλέξανδρος Σταύρου

Ο τύπος έχει κάνει τον πιο κακό κακό της ελληνικής τιβί, τον άνθρωπο που κοντράρει στα ίσια τον Κίνγκπιν σε μεθοδικότητα και μαφιοζιλίκι, ο χειρότερος Έλλην villain ( βιέλλην; ) μετά την Ξινή από το Ρετιρέ! Το δε στυλ μπόλικο μαλλί-μούσι-κυριλίκι είναι ταμάμ για το ρόλο του criminal mastermind.

Βερολίνο: Ρένος Χαραλαμπίδης

Ο Βερολίνο είναι 50% γλοιώδης και 50% χαρισματικός. Στον Ρένο, τα ποσοστά πάνε 90% με 10%, αλλά κλάιν. Έχει αποδείξει με τους χαρακτήρες του ότι μπορεί να είναι όσο γαλαντόμος χρειάζεται για να έχει καμιά εξηντάρα ομήρους του χεριού του. Κι αν ο εγωισμός του Βερολίνο έχει κοντέψει να τινάξει στον αέρα το σχέδιο του Προφεσσόρ κάμποσες φορές, αυτός του Ρένου μας έχει δώσει και μερικές εργάρες (Αύγουστε, θα είσαι πάντα το πουτανάκι των Φτηνών Τσιγάρων)

Τόκιο: Γιουλίκα Σκαφιδά

Πιο γλυκιά από τη μπιτσάρα Τόκιο της αυθεντικής εκτέλεσης, η Γιουλίκα μας μπορεί να βγάλει ένα στοιχειώδες μπαντασσιλίκι όταν χρειαστεί, αναμφισβήτητα όμως μπορεί να γίνει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου όλου του crew. Στανταράκι επίσης, θα την κοπανάγαμε στο νιπτήρα σε κάθε εισαγωγική αφήγηση.

Ρίο: Πάρις Σκαρτσολιάς

Ουσιαστικά άχρηστος, πρακτικά θύμα, ο Ρίο υπάρχει στην ομάδα για μια χακεριά κι έπειτα για μπούγιο. Άντε, και για το love story. Για main character, αρκετά δεύτερος. Ακριβώς σαν τον πάλαι ποτέ Μανωλάκη από το Καφέ της Χαράς.

Μόσχα: Στηβ Ντούζος

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΑΣ! Αυτό, δε θέλει κι άλλο. Άντε, ας δώσω και δύο διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον αυθεντικό χαρακτήρα. Θα μπούκαρε στο Νομισματοκοπείο καβάλα πάνω σε Χάρλεϊ και θα τάραζε στη σφαλιάρα το γιόκα του χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, απλά επειδή μπορεί.

Ντένβερ: Ιωάννης Παπαζήσης

Νόστιμο παιδί, κακά τα ψέματα. Αλλά μας τη σπάει. Στους τσαμπουκάδες πάντως θα ήταν ικανοποιητικός. Ο χαρακτήρας κατά τ’ άλλα είναι απλώς efficient, όπως κι οι ερμηνευτικές δυνατότητες του Ιωάννη. Και για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ για να τρώει ξύλο από ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΣΑΣ θα τον ήθελα σε αυτό το ρόλο.

Τα Ξαντέρφια: Όσλο: Δημήτρης Σταρόβας και Ελσίνκι: Πασχάλης Τσαρούχας

Με ψαρωτικό ύφος και γομαροειδή σωματοδομή, πειστικοί για καταγωγή από το πρώην ανατολικό μπλοκ, οι κύριοι κύριοι Σταρόβας και Τσαρούχας έχουν παραστήσει στο παρελθόν το γκέι ζευγάρι, οπότε τουλάχιστον ο ένας μπορεί να επωμιστεί και να διεκπεραιώσει στο ακέραιο το ρόλο του Ελσίνκι. Κι ο κλήρος πέφτει στον Πασχάλη, μιας κι ο Σταρόβας θα επέλεγε από μόνος του το ρόλο του σιωπηλού γίγαντα Όσλο γιατί πολύ απλά θα βαριόταν να μάθει τα λόγια.

Ναϊρόμπι: Χρύσα Ρώπα

Γυαλάδα στο μάτι, όρτσα τα μυαλά, φωνή-καμπάνα, ψυχάρα. Είναι η Ναϊρόμπι. Όλα τα παραπάνω ισχύουν και για τη Χρύσα Ρώπα, με τη διαφορά ότι, αν φώναζε στους ομήρους να τυπώσουν χρήμα με περισσότερη ζωντάνια, θα έμπαιναν να τυπώσουν κι οι μπατσαίοι μέσα, μπας και ΣΚΑΣΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Top-5 ενοχλητικών πραγμάτων σε γαμήλια γλέντια

Τριανταρίζοντας, αυξάνουν δραματικά οι πιθανότητες να βρεθείς προσκεκλημένος σε κάποια κοινωνική εκδήλωτη τύπου γάμος, βάφτιση, γαμοβάφτιση (η βάφτιση που θες να αποφύγεις αλλά πρέπει από υποχρέωση να βρίσκεσαι εκεί κι αναγκάζεσαι να πας βρίζοντας δηλαδή), κλπ. Κάπως έτσι, κατέληξα να βρίσκομαι σε καμπόσους γάμους τους τελευταίους μήνες και κάθε φορά να φεύγω λέγοντας ότι δεν ξαναπάω ποτέ σε γαμήλιο γλέντι, γιατί καμία ποσότητα τσάμπα φαγητού και κρασιού δεν αξίζουν να φας στη μάπα τα επόμενα πέντε πράγματα!

1. Τα κλαρίνα

ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ! Ουφ, το είπα και ξεθύμανα! Μαλάκα, πρέπει να απαγορευτεί δια νόμου να παίζουν πάνω από μισή ώρα παραδοσιακά στα γαμήλια γλέντια! Να χορέψει ο πεθερός, να χορέψει η πεθερά, να χορέψει ο συμπέθερος, η συμπεθέρα, ο θείος Νώντας, η θεία Μαρίκα, κάθε ξεχασμένος σε κάποια σκοτεινή γωνιά του γενεαλογικού δέντρου συγγενής, «για να μη μας κακολογήσουν ότι δεν πέρασαν καλά»! Ρε, έχω πετύχει σε τέτοιο γλέντι μπαρμπάδες του γαμπρού να τσακώνονται με το ζευγάρι επειδή παίζουν συνέχει μοντέρνα και δε μπορούσαν να χορέψουν! Κι όταν μπήκαν τα κλαρίνα, καθόσαντε και κοίταγαν! ΠΑΤΕ ΚΑΛΑ ΜΩΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ; ΨΟΦΟ!

2. Τα παιδάκια

Σε κάθε γάμο έρχονται κι άνθρωποι που πρόλαβαν να παντρευτούν πριν το γαμπρό και τη νύφη. Κι έχουν κάνει και παιδιά. Παιδιά που δυσανασχετούν να κάθονται σε μια καρέκλα όλη την ώρα, να μην έχουν το φαΐ που θέλουν και να μην τους επιτρέπεται να πιουν απεριόριστα αναψυκτικά, παιδιά που δεν έχουν ούτε τα παιχνίδια, ούτε τα καρτούν ούτε τα τραγούδια που θέλουν και για αντίποινα προς την ταλαιπωρία που υφίστανται, τρέχουν, σκούζουν, χώνονται στην πίστα για χορό και κινδυνεύεις να τα πατήσεις, σου γκρεμίζουν το πιάτο με το φαΐ και το ποτήρι με το κρασί, σε καβαλάνε για να παίξουν, χώνονται κάτω από τα τραπέζια και μετά πετάγονται φωνάζοντας «ΜΑΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΚΛΩΤΣΗΣΕ» κι όσο περνά η ώρα, συνειδητοποιείς ότι ο Ηρώδης ήταν μια πολύ παρεξηγημένη προσωπικότητα κι ότι ο αγαπημένος σου ταβερνομεζές, τα παϊδάκια, μπορεί να παραμείνει εκλεκτό πιάτο και χωρίς διαλυτικά στο ι…

3. Οι μάνες τους

Κι άντε, πες τα παιδάκια από μόνα τους παλεύονται, επειδή όμως το ένστικτο της μάνας υπάρχει σε χειμερία νάρκη από τα γεννοφάσκια της μέσης Ελληνίδας και ξεσπάει στο μέγιστο ενοχλητικό βαθμό κατά τη γέννα. Έτσι, η μανούλα που αποφάσισε να πάει σε μια κοινωνική εκδήλωση μαζί με το πιτσιρίκι της, καταλήγει να μη διασκεδάζει καθόλου, αλλά να κυνηγά το μούλικο όλη την ώρα, φωνάζοντας και μαλώνοντάς το, να πασαλείβεται με το φαγητό που προσπαθεί μάταια να το ταΐσει και να καταστρέφει τις όποιες κοινωνικές δεξιότητες του βλασταριού της, αφού «δεν ξέρεις τα παιδάκια Θανασάκη, έλα εδώ ΤΩΡΑ!»… Κυρία μου, δεν έχεις κανένα κέρδος να κουβαλάς ένα παιδάκι που θα ενοχλεί τους πάντες και θα σε κάνει να μη χαρείς που ξεμύτισες από το σπίτι! Γιαγιάδες και νταντάδες υπάρχουν! Και το καημένο βαριέται με τόσους μεγάλους γύρω του και εσύ καταλήγεις να μην περνάς καλά!

4. Η παρέλαση των γραφικών

Πρωτοξάδερφος ντυμένος Μαραβέγιας με ξύλινο παπιγιόν. Κουμπάρα ντυμένη Κλεοπάτρα (με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ). Θείος από το χωριό ντυμένος Ταμτάκος. Θεία από την πόλη ντυμένη Ζωζώ «τόσα-χιλιόμετρα-λαμέ-μα-δε-σε-νίκησα-καημέ» Σαπουντζάκη, ασορτί με σύζυγο ντυμένο Γιάννη «πειράζει-που-είμαι-και-πολύ-βεντέτα» Φλωρινιώτη. Ξαδέρφη έτοιμη να τα δώσει όλα στην πίστα με συνδυασμό βραδινό φόρεμα-αθλητικό παπούτσι (χίλιες φορές ξυπόλητη κοπελιά…). Μακρινός ξαδερφομπατζανάκης που σέρνει το τσάμικο κομπλέ με όλες τις φιγούρες και κεντητό μαντήλι. Άκυρος καλεσμένος που τα σπάει στην πίστα όταν μπαίνουν τα μοντέρνα (αυτός είμαι εγώ ξεκάθαρα). Μπάρμπας μερακλωμένος που τρώει τούμπα στο ζεϊμπέκικο αλλά το κάνει να φανεί σαν φιγούρα (έτσι νομίζει τουλάχιστον). Πιωμένος πρώην της νύφης που φωνάζει διαρκώς «ΓΑΜΩ ΤΑ ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΑ». Συμπληρώστε ελεύθερα!

5. Το κέντρο διασκέδασης

Όσο ενοχλητικά κι αν είναι τα παραπάνω, το κέντρο που λαμβάνει χώρα το γλέντι είναι απλά ό,τι χειρότερο! Έχει χρεώσει εξωφρενικές τιμές για να προσφέρει έναν μέτριο χώρο με κακό εξαερισμό κι ανύπαρκτο κλιματισμό, πάντα θα έχουν αυτοσχεδιάσει με τις λίστες καλεσμένων επειδή δε θα τους βγαίνουν οι θέσεις και πάντα θα δημιουργούν τεράστιο πρόβλημα καθώς θα βάλουν στο ίδιο τραπέζι μπαρμπάδες τσακωμένους για κτηματικές διαφορές, αντί για το επώνυμο αναψυκτικό τύπου κόλα θα έχει τη φθηνή αντιγραφή που κανείς δεν πίνει, θα έχουν βάλει τα τραπέζια με τον πλέον άβολο τρόπο και για τους καλεσμένους αλλά και για τα αεικίνητα γκαρσόνια, τα οποία παραδόξως τρέχουν συνέχεια χωρίς να μεταφέρουν κάτι, ενώ η ηχητική εγκατάσταση θα είναι τόσο κλασμένη που το ήδη ενοχλητικό κλαρίνο θα ηχεί σαν «κλαίει ο διάολος τα παιδιά του» που έλεγε κι η συγχωρεμένη η μανούλα μου. Άσε που θα βρίσκεται σε φουλ άβολο μέρος και με ανεπαρκές πάρκινγκ, με αποτέλεσμα όσοι δεν προσέλθουν εγκαίρως να χρειαστεί να περπατάνε σε χωματόδρομο κάμποσα μέτρα. Κι άντε κάντο αυτό πάνω σε δωδεκάποντο!

Πόσα οχτάωρα χωρούν μέσα σ’ένα δευτερόλεπτο;

Καλησπέρα σας,

-ΤΙΚ-

Από ένα άχαρο τηλεφωνικό κέντρο σας καλώ, τι κάνετε;

Εγώ όχι και τόσο καλά…

Κάθε μέρα νιώθω όλο και πιο κοντά στους τρομοκράτες των αμερικανικών σχολείων,

Αισθάνομαι να ταυτίζομαι με τους κακούς των ταινιών…

Εγώ ξέρετε μικρός ήθελα να γίνω σούπερ ήρωας!

Αν είχα γίνει, θα σας είχα σκοτώσει

-εσάς κι άλλους πελάτες μου-

κι όλοι θα καμάρωναν γι’αυτό!

Φεύ!

Ούτε σουπερτζίνιους ήμουν,

Ούτε μάγος,

Ούτε γυμνάστηκα ποτέ…

Έχω όμως υπερδυνάμεις, ξέρετε!

Ναι, έχω!

Νεύρα από ατσάλι!

Γαϊδουρινή υπομονή!

Κι ένα στόμα που βρίζει μονάχα από μέσα του!

Ξέρετε τι αρετές είναι αυτές για τη δουλειά που κάνω;

Αλλά να, εσείς κι η καθημερινότητα είστε ο κρυπτονίτης μου…

Κι όσο περνούν οι μέρες κι αυγατίζουν οι πελάτες,

Τόσο οι υπερδυνάμεις μου λυγίζουν…

Τόσο νιώθω το κεφάλι μου να πονά,

Την καρδιά μου να σφίγγεται,

Τις γροθιές μου να δυναμώνουν,

Τόσο που, καμιά φορά, τα νύχια μου σκάβουν το ψαχνό…

Μια μέρα θα το σκάψουν τόσο που θα ματώσει.

Και δε θα είμαι ευγενικός μαζί σας.

Θα σου μιλήσω όπως μου μιλάς μαλάκα!

ΘΑ ΣΟΥ ΦΩΝΑΞΩ ΟΠΩΣ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!

Θα με απολύσουν.

Ε Υ Τ Υ Χ Ι Α !

Ή θα μ’ έχει προλάβει ο νευρικός κλονισμός…

-ΤΑΚ-

Από την τάδε εταιρεία σας καλώ, η κλήση μας καταγράφεται, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

Κάτι φιλιά απόγνωσης

Ο εαυτός σου είναι το προτελευταίο πράγμα που σου έχει απομείνει. Κι αυτό λειψό. Στην πραγματικότητα, το μόνο που σου έχει απομείνει από αυτόν είναι η ψυχή σου στην άκρη της γλώσσας σου.

Και το τελευταίο;

Εκείνη.

Και ξέρεις ότι δεν είναι σε καλύτερη θέση από σένα.

Προσπαθείτε να γεμίσετε όπως-όπως τα κενά σας, μακριά και χώρια, ώσπου αντιλαμβάνεστε ότι οι είκοσι τέσσερεις ώρες της μέρας είναι πολύ λίγες. Ίσως, να θυσιάσετε τον ύπνο σας. Δε ρισκάρετε άλλωστε να ονειρευτείτε γλυκά, από φόβο μη σας ταράξουν εφιάλτες. Περνάτε ώρες μόνοι, χωρίς άλλους μόνους, με τις μουσικές σας για παρέα. Περνάτε ώρες με άλλους, αναγκαστικά μερικές φορές, από κάποια στοιχειώδη ευχαρίστηση κάποιες άλλες φορές, από φόβο ή ανάγκη κάποτε,  ποτέ από απόλυτα προσωπική επιλογή.

Δεν έχετε παρά μόνον τις ψυχές σας στην άκρη της γλώσσας σας…

Άστε τες λοιπόν να συναντηθούν! Άστε τες να παίξουν σαν παιδιά, ν’ αγκαλιαστούν σαν εραστές, να ταξιδέψουν στο δικό τους μικρόκοσμο, σ’ εκείνον που η ρουτίνα δεν υπάρχει και που ο χρόνος έχει ξεχαστεί σ’ ένα τυχαίο μεσημέρι, ένα ξέγνοιαστο απόγευμα, ένα παθιασμένο βράδυ, μια ξάγρυπνη νύχτα, ένα λαμπερό πρωινό. Άστε τες να μιλήσουν τη δική τους γλώσσα, να χαϊδέψουν η μία την άλλη λες και δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, ακόμα κι αν το ποτέ αναιρείται μέσα σε λίγες στιγμές, όσο απέχουν μεταξύ τους δυο φιλιά.

Ποτέ δεν ξέρεις πόσος χρόνος και τι μέσα θα χρειαστούν μέχρι να ξαναμηδενίσετε το μέσα σας από όλα όσα σας πεθαίνουν μέρα τη μέρα και να γεμίσετε ο ένας με τον άλλο. Είσαι μπαλόνι κι είναι ο αέρας σου. Θα σε αδειάσουν, αλλά θα πάρεις τη δόση σου, στο επόμενο απόγευμα, στην επόμενη βόλτα, στο επόμενο ταξίδι, στην επόμενη προσωπική στιγμή.

Γι’ αυτές τις στιγμές και μόνο, δε χρειάζεται ν’ απελπίζεται κανείς όλες τις άλλες μέρες. Μόνο να ονειρεύεται, ακόμα και με το ρίσκο του εφιάλτη, και να μετουσιώνει την απόγνωσή του στο πιο δυνατό φιλί.

( Το κείμενο γράφτηκε υπό την επίδραση του παρακάτω λήμματος από το Κομπλεξικό του Αχιλλέα ΙΙΙ.

Απογνωσσόφιλο: Το παθιασμένο φιλί που ανταλλάσσουν δύο άνθρωποι οι οποίοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα και το μόνο που κρατάει τον καθένα τους όρθιο είναι ο άλλος.

καθώς και του υπέροχου τραγουδιού που παρατίθεται)

Άνθρωποι – Σφουγγάρια

Απορροφάς γνώσεις,

Πληροφορίες, εικόνες

Οικειοποιείσαι ατάκες,

Συμπεριφορές, κινήσεις,

Τίποτα για πάντα

Όλα προσωρινά

Λες κι είσαι σπόγγος

Ή, ακόμα καλύτερα, βδέλλα

Σα να μην έχεις άλλη επιλογή

Υπάρχει όμως κάτι που το λεν προσωπικότητα

Να το χτίσεις πάνω σου, μόνος σου

Είναι δύσκολο, όμως αξίζει

Λες πως βαρέθηκες νά’σαι αυτό που είσαι

Θες να γίνεις κάτι άλλο

Έτσι όμως δε γίνεσαι άντρας

Παραμένεις παιδί

Και τα παιδιά μιμούνται

Τουλάχιστον αυτά το κάνουν καλά

Δε γίνονται προσωρινά κακέκτυπα

Μέχρι να βρουν την επόμενη διαθέσιμη σταγόνα

Γίνε εσύ, αν τολμάς, η σταγόνα!

Άντε και γαμήσου, Αυγουστιάτικο παραμύθι! *

Είναι πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου…

Αύγουστος, άδεια Αθήνα, μόνο με τους μετανάστες, τους αστέγους, τα πρεζάκια και τους μη προνομιούχους εργαζόμενους πολίτες της να μένουν πίσω.

Από τη μία έχει τα καλά του αυτό. Δεν έχεις συχνά την ευκαιρία να βγεις μια βόλτα περπατώντας στη μέση της Σταδίου χωρίς να απειλείσαι και χωρίς να σε πιάνει το κεφάλι σου κι η καρδιά σου. Είναι τόσο όμορφη η Αθήνα χωρίς τον κόσμο της, χωρίς τον πανζουρλισμό, τις κόρνες, τις χριστοπαναγίες, την παράνοια να βρωμοκοπά στον αέρα.

Από την άλλη βέβαια, για να έχεις ξωμείνει στην Αθήνα δεκαπενταύγουστο, πάει να πει ότι κατά πάσα πιθανότητα έχεις μείνει μόνος σου σε αυτή την όαση, ίσως επειδή δεν είχες κανέναν να συνεννοηθείς, ίσως επειδή κανείς δε σ’ υπολόγισε… Κι εκεί ακριβώς είναι που η πόλη λειτουργεί σα λευκό κελί. Γιατί αν είσαι από αυτούς που μένουν πίσω τον Αύγουστο, έχεις μάθει να δραστηριοποιείσαι μέσα από τη βαβούρα και τους ρυθμούς της πόλης. Αυτά είναι που σε φορτίζουν και σου δίνουν ζωή. Κι η ερημιά σε καταπίνει.

Μπορείς να πάρεις τους δρόμους, να χαζέψεις τους λιγοστούς και χαλαρούς περαστικούς, σε μιαν ύστατη προσπάθεια να ξεφύγεις. Εις μάτην. Δεν το μπορείς το χαλαρό, όσο κι αν υποστηρίζεις το αντίθετο.

Το χειρότερο; Η ζωή δεν είναι έργο, να βρεις έναν παράξενο περαστικό και να περάσεις τη μέρα μαζί του, δρώντας τυχαία, με τράκα τσιγάρο και φτηνή, περιπτερίσια μπύρα. Θα τη βγάλεις μόνος, χαζεύοντας αγνώστους, και θα δημιουργείς πλαστές, σεναριακές αναμνήσεις μπας και το σώσεις κάπως. Δεν έχει καμία περιπέτεια η ζωή, θα κάνεις μια μίζερη βόλτα σε μια μίζερη πόλη και θα καταλήξεις πίσω στο μίζερο δωμάτιό σου με το μίζερο βρακί σου βλέποντας μίζερα έργα.

Είναι πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου που θα δεις τα «Φτηνά Τσιγάρα» και θα ονειρευτείς ξανά πόσο ωραία θα ήταν άμα έβγαινες έξω νυχτιάτικα και κόρταρες μια περαστική. Σκέψου όμως, για να έχει μείνει πίσω στην πόλη κι εκείνη, πόσο ενδιαφέρον θα έχει; Λες να είναι καλύτερη η ζωή της από τη δική σου; Στην καλύτερη, θα είστε ο ένας για τον άλλο ένα προσωρινό αποκούμπι, ίσα να ξαραχνιάσουν τα σκέλια σας και να μισογεμίσουν οι καρδιές σας αίμα και βιτριόλι. Μια ώρα, μια μέρα, μια βδομάδα, μια ζωή μετά θα είστε πάλι ξένοι κι άδειοι.

Σου αξίζει μια μεσοβδομαδιάτικη απόδραση μ’ ένα ιδιαίτερο κορίτσι, ένας χορός δίπλα σε γεμάτους κάδους κι άδεια κτήρια, μια βόλτα σε στενά που δεν έχεις ξαναπερπατήσει, αλλά θα βαδίζεις πλάι της με αυτοπεποίθηση εξερευνητή. Κι αυτές οι στιγμές είναι για κάθε εποχή. Άσε τον αυγουστιάτικο μύθο που σου καλλιέργησε ο Ρένος Χαραλαμπίδης στο έργο του. Δεν είσαι ο Νίκος και, διάολε, η δική σου Σοφία πιθανότατα να μη μοιάζει ούτε κατά διάνοια στην Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους! Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζεις ήδη, εσύ είσαι πιο κοντά στον Μανώλη και χρειάζεσαι τη Βασούλα σου, αυτό το απωθημένο που έχει αφήσει ένα ρόδο κι ένα αγκάθι μέσα σου, για να ηρεμήσεις. Κι ας μην είναι Αύγουστος, ας είναι Ιούνης ή Δεκέμβρης ή οτιδήποτε. Κι ας μην το διαλαλείς με τη ντουντούκα σου αλλά το γράφεις κάπου, ελπίζοντας να το διαβάσει. Καθένας με τον τρόπο του…

*Αφιερωμένο στους ονειροπόλους. Μην περιμένετε τον Αύγουστο για να ζήσετε το παραμύθι σας.

Λογαριάζοντας χωρίς τον ξενοδόχο

Με το μακεδονικό να έχει διχάσει τους κατοίκους της χώρας ως άλλος εμφύλιος, βλέπουμε και ακρότητες σαν την αυτήν εδώ:

Ο ΠΕΡΙΦΑΝΩΣ ΣΗΝΕΛΙΝΑΣ Γιώργος Τσαγκαράκης, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Princess Malia, αναρτά στην προσωπική του σελίδα στο fb ότι χαίρεται που απέρριψε πελάτες με…μακεδονικό διαβατήριο!

Αν και σε ορισμένα σχόλια φαίνεται να δέχτηκε τελικά τους ΚΛΕΦΩΝΩΜΑΤΑΔΑΙΣ ΤΟΥΣ ΣΚΩΠΗΑΝΟΥΣ, αυτή η ανάρτηση αποδεικνύει ότι το θέμα έχει ξεφύγει δραματικά…

Λόγος-Αντίλογος, μέρος 2: Καταθλιπτική βλακεία

Λόγος: Κάποιος, δε θυμάμαι ποιος αλλά μάλλον κάποιος αρκετά σοφός, ώστε να τον κουοτάρουν wannabe ψαγμένες γκόμενες στα κοινωνικά μύδια, είχε πει «πριν διαγνώσεις τον εαυτό σου με κατάθλιψη, βεβαιώσου ότι δε σε περιτριγυρίζουν ηλίθιοι».

Αντίλογος: Ποιος προτιμά να έχει γύρω του ηλίθιους περισσότερο από το να έχει μέσα του κατάθλιψη;

Η κατάθλιψη είναι μία πάθηση. Η πάθηση αντιμετωπίζεται. Με ψυχοθεραπεία, δραστηριότητα, φαρμακευτική αγωγή, κοντρολάρεται κι ίσως και να ξεπερνιέται.

Οι ηλίθιοι από την άλλη, παρόλο που είναι καρκινώματα στον οργανισμό της ανθρωπότητας, αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι, με σεβασμό και δικαιώματα που δε θα έπρεπε να κατέχουν. Δικαίωμα λόγου, έκφρασης, ψήφου… Θα μου πεις, «Και ποιος είσαι εσύ ρε μεγάλε που θα τους απαγορέψεις να έχουν δικαιώματα; Μπας κι είσαι φασίστας;» κι ίσως να έχεις δίκιο. Ίσως όντως να είναι φασιστικό να θέτεις όρια στα δικαιώματα βάσει της ικανότητας αντίληψης κάποιων. Ή ίσως απλώς να μην αντιλαμβάνεσαι την επικινδυνότητα των ηλιθίων επειδή… συγγνώμη που το μαθαίνεις έτσι… ανήκεις σε αυτή την κατηγορία!

Σκέψου ότι το δικαίωμα λόγου κι έκφρασης, πέρα από το να αναπτύξει τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία κι άλλα τόσα, έχει δώσει πάτημα σε μερικές μάζες να επιμένουν ότι πχ ο εμβολιασμός προκαλεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα προλαμβάνει, ή ότι η γη είναι επίπεδη. Αντιλαμβάνεσαι πλέον ότι το να επιτρέπεις σε ένα (μεγαλύτερο απ’ όσο φαντάζεσαι) ποσοστό του πληθυσμού να έχει δικαίωμα διάδοσης λόγου και απόψεων ότι δημιουργεί προβλήματα. Το να πιστεύεις σε παρωχημένες και ατεκμηρίωτες αντιλήψεις φαινομενικά δεν αποτελεί πρόβλημα, το να δημιουργούνται όμως συνθήκες που επιτρέπουν σε επικίνδυνες ασθένειες να επιστρέφουν, έπειτα από απουσία δεκαετιών, αποτελεί πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Κι αυτό αποτελεί μόνον ένα πρόβλημα.

Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι δε χρειάζεται έλεγχος στο ποιος μπορεί να έχει δικαίωμα ψήφου, να τεκνοποιεί ή ακόμα ακόμα και να κατέχει κινητό τηλέφωνο ή πρόσβαση στο διαδίκτυο; Σκέψου πόσες φορές σε ενόχλησε άνευ λόγου και αιτίας κάποιος ηλίθιος, μέσα από την προσπάθειά του να επικοινωνήσει μαζί σου για ασήμαντο λόγο. Όλοι το έχουμε πάθει, μη λες ψέματα. Ένας ανυπόμονος φίλος, μια ξελιγωμένη γκόμενα, ένας άγνωστος που είναι ανίκανος να κάνει real life παρέες κι επιθυμεί με ενοχλητικό τρόπο να κερδίσει την προσοχή σου, ενώ εσύ δεν έχεις καμία διάθεση να αλληλεπιδράσεις μαζί τους. Κάποιος που επιμένει να σπαμάρει τις απαρχαιωμένες απόψεις του ή το τι σημαντικό ή αδιάφορο έκανε μέσα στη μέρα του, δεν καταλαμβάνει μόνο πολύτιμα στοιχεία δεδομένων από τον κυβερνοχώρο, αλλά και μέσα στον εγκέφαλό σου. Ο ηλίθιος, άθελά του, σε κατακλύζει άχρηστες και περιττές πληροφορίες, οι οποίες καταλήγουν να σε καθυστερούν. Δεν το καταλαβαίνεις, αλλά παρατήρησέ το. Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι είναι φασισμός ο περιορισμός της ηλιθιότητας;

Κάποιος άλλος μάλλον αρκετά σοφός και μπλα μπλα μπλα όπως έλεγα στην αρχή, είχε υποστηρίξει ότι οι ευφυείς άνθρωποι έχουν αχρείαστη ανασφάλεια και οι ηλίθιοι υπερβολική αυτοπεποίθηση. Τείνω να συμφωνήσω με αυτό: πόσες φορές είδες έναν ηλίθιο να προβάλει τον εαυτό του με υπερβολική αυθάδεια και πόσες φορές είδες κάποιον, έστω και στοιχειωδώς, ευφυή να επιδεικνύει με καμάρι έστω και το πιο μικρό του επίτευγμα; Κατακλυσμός περιττής πληροφορίας και με τον πλέον ανόητο κι αχρείαστο τρόπο.

Κάπου στη Βίβλο μάλιστα γράφει κι ένα «μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι» και ισχύει στο ακέραιο. Κανένας ηλίθιος δεν κακοπερνάει γιατί δε διαθέτει τη λογική να αντιληφθεί ότι όλα του πάνε στραβά. Ακόμα κι αν αποτελούν δική του υπαιτιότητα, θα το λήξει με ένα «ααα, δεν είχα καταλάβει!» και θα σταματήσει να ασχολείται εκεί με το εκάστοτε πρόβλημα.

Πριν λίγο καιρό είχα γράψει ότι ο κόσμος δεν είναι πραγματικά ηλίθιος. Φαίνεται να το αναιρώ με τούτο το κείμενο, ωστόσο δεν ισχύει. Η ηλιθιότητα είναι πιθανότατα μια ένδειξη έλλειψης πειθαρχίας. Κι αυτό δεν είναι δείγμα φασισμού, ηλίθιε. Είναι δείγμα πολιτισμού. Το να μην επιχειρήσεις να εισβάλεις στο βαγόνι, πριν εξέλθουν οι επιβάτες, δείχνει ότι διαθέτεις την απαραίτητη πειθαρχία, υπομονή και κριτική ικανότητα για να κατανοήσεις ότι καλό θα είναι πρώτα να αδειάσει το βαγόνι κι έπειτα να ξαναγεμίσει. Το να μη στέκεσαι μπουλούκι απλωμένο μαζί με άλλους ηλίθιους στο διάδρομο ή στο πεζοδρόμιο, αλλά να μαζεύεστε σε ένα σημείο και να αφήνετε χώρο για τους περαστικούς, δείχνει ότι έχεις μια στοιχειώδη λογική ώστε να σκεφτείς τους κινούμενους συνανθρώπους σου, τη στιγμή που εσύ παραμένεις στατικός. Για να μη νομίζεις δηλαδή ότι είμαι κανένας πωρωμένος με μεγάλες ιδέες, φέρνω απλά, καθημερινά παραδείγματα που όλοι όσοι διαθέτουν μια στοιχειώδη ευφυΐα μπορούν να ταυτιστούν. Η ηλιθιότητα ενοχλεί ακόμα και στα πιο μικρά πράγματα, όπως η κουτοπονηριά που θα επιδείξει κάποιος για να σε προσπεράσει σε μία ουρά.

Επίλογος: Πριν κατηγορήσεις τους ηλίθιους για την ψυχική σου υγεία, σκέψου ότι δεν αντιμετωπίζονται με τίποτα και προτίμησε την κατάθλιψη.

A WordPress.com Website.

ΠΑΝΩ ↑