Αναζήτηση

People of the Net

Remember, remember?

9 χρόνια πριν… Ο ψυχαναγκαστικός μέσα μου θέλει να κάνω κράτει άλλον ένα χρόνο, έτσι, για να στρογγυλέψει. Αλλά η φωνούλα μέσα μου, μού επιβάλλει να ξεπεράσω το mini O.C.D. μου και να γράψω 2 κουβέντες.

6/12/2008 λοιπόν. Εξάρχεια, Σαββατόβραδο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ένα παιδί πέφτει νεκρό από όπλο αστυνομικού. Ετών 15. Το γεγονός.

Η σφαίρα εξοστρακίστηκε. Ο αστυνομικός είχε ψυχολογικά. Οι ειδήσεις από τη μία πλευρά.

Το παιδί είχε στοχοποιηθεί. Οι ειδήσεις από την άλλη.

Η Αθήνα καίγεται. Το δέντρο καίγεται. Η επόμενη μέρα.

Θυμάμαι μερικά πράγματα από τότε. Θυμάμαι αγνώστους στο δρόμο, να προσπαθούν να ανασάνουν μέσα από τις αναθυμιάσεις των δακρυγόνων. Θυμάμαι γνωστούς, να γράφουν “NA TUS KANUME NA TREXUN!!!!” στα bulletins του MySpace τους, από την ασφάλεια του καναπέ τους. Θυμάμαι το δέντρο να τυλίγεται στις φλόγες. Μ’άρεσε. Θυμάμαι κόμματα να προσπαθούν να καπελώσουν ένα μαζικό ξέσπασμα μιας ολόκληρης γενιάς. Και να αποτυγχάνουν. Η ζωή ενός παιδιού δεν παίρνει χρώμα. Ακόμα κι αν πρόκειται για το μαυροκόκκινο, που χαρακτηρίζει τα Εξάρχεια. Γιατί εκείνα τα παιδιά, που αγανάκτησαν με το γεγονός ότι ένας συμμαθητής τους σκοτώθηκε κατά τη βόλτα του, δεν ήταν αναρχικοί. Ούτε μπαχαλάκηδες. Δεν πετούσαν μολότωφ. Δεν έσπασαν βιτρίνες. Δεν έκαψαν κάδους. Ξέρουμε ποια τα έκαναν αυτά και ποιοι τα κάνουν ακόμα… Τα παιδιά εκείνα πετούσαν πορτοκάλια και νεράντζια, άντε και καμιά πέτρα στο τσακίρ κέφι, για να αμυνθούν από τα γκλοπ και τα δακρυγόνα. Τα παιδιά εκείνα φώναζαν εναντίον της βίας και δεν τη χρησιμοποίησαν, παρά μόνον όταν δεν υπήρχε άλλη λύση, με τον πιο παιδικό τρόπο που μπορούσαν. Τα παιδιά εκείνα δεν πήγαιναν για πόλεμο, αλλά για να ζητήσουν το δίκιο του φίλου τους.

Και κάπου εδώ, αρχίζει η αυτολογοκρισία.

Σκόπευα να γράψω πολλά, να αποκαθηλώσω έναν ερήμην λαϊκό ήρωα, ως τυχαίο θύμα που αδίκως αγιοποιήθηκε.

Σκόπευα να χλευάσω μια ολόκληρη γενιά στιγμιαίων επαναστατών, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, που από τότε έχει αντιμετωπίσει πολύ βαρύτερες καταστάσεις, αλλά αντί να ξεσηκωθεί, βόλεψε την κωλάρα της στον καναπέ.

Σκόπευα να απαξιώσω τις φωτιές που ανάβουν κάθε χρόνο τέτοια μέρα στο κέντρο της Αθήνας, ως προϊόν μπαχαλάκηδων άσχετων με οποιαδήποτε ιδεολογία.

Σκόπευα να κάνω έναν ειρωνικό παραλληλισμό του Guy Fawkes με τον Χάρη Ρώμα με μουσάκι.

Κι έγραφα πολλή ώρα.

Και τα έσβησα όλα.

Όχι γιατί ένιωσα να προσβάλω κάποιον με το αρχικό μου κείμενο.

Αλλά επειδή δε θα νοιαστεί κανείς.

Όσους θυμάμαι από τότε να παριστάνουν τους επαναστάτες, βολεύτηκαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σε μια δουλίτσα, στο πατρικό τους, σε μια οικογένεια, δεν έχει σημασία. Βολεύτηκαν στην επιφάνεια του βόθρου γιατί, από φόβο μη βουλιάξουν κι άλλο μέσα στα σκατά, δεν έκαναν την κίνηση να βγουν από κει μέσα. Και φυσικά, δε βγάζω την ουρά μου απ’έξω. Κι απογοητεύομαι που η τότε πρώτη επανάσταση μιας ολόκληρης γενιάς, αποδείχτηκε απλώς ένα ξεκαύλωμα. Γιατί, αν το καλοεξετάσεις, περί αυτού πρόκειται. Τότε είδα πολύ κόσμο στο δρόμο. Προοδευτικά, σε κάθε περίσταση που απαιτούσε μια κίνηση αντίστασης, ο αριθμός μειωνόταν. Οι μισοί και πλέον από τους τότε επαναστατημένους νέους, θεωρούν γραφικούς τους τότε συνοδοιπόρους τους που συνεχίζουν να κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις. Είδαν άλλωστε να μην πιάνει η δική τους. Ο φονιάς παραλίγο να δικαιωθεί. Κάποιος άλλος όντως δικαιώθηκε. Κι έπειτα κι άλλοι. «Τι νόημα έχει να βγω στο δρόμο, αν όλα πάνε κατά διαόλου;» σκέφτηκαν.

Όσο νοιαστήκαμε, νοιαστήκαμε… Και τελικά, αυτοί που παραδοσιακά επαναστατούσαν από την ασφάλεια του καναπέ τους, αποδείχτηκαν οι πιο τίμιοι.

Remember, remember, the 6th of December…

Σε λίγα χρόνια, θα μας ρωτάνε: Τι είναι στις 6 Δεκέμβρη; Και θα απαντάμε: Εορτή του Αγίου Νικολάου, μεγάλη η χάρη του…

Advertisements

Ανεκδοτάκι

Ήτανε που λες Θανάση μου μια τύπισσα, στυλ καυτή νοικοκυρά, η οποία σιδέρωνε. Ώρα εννέα το πρωί, είναι σημαντικό αυτό. Δίπλα από το σπίτι της χτιζόταν οικοδομή κι όλοι οι μαστόροι την κοζάρανε. Κάποια στιγμή, ένας ξαναμμένος μάστορας πάει, της χτυπάει την πόρτα και της ζητάει ένα ποτήρι νερό. Του το δίνει αυτή, το πίνει, της πιάνει την κουβέντα, της κάνει σε μια φάση «είσαι για ένα στα γρήγορα;», τον βλέπει αυτή με το φανελάκι, μουσκουλιάρη, ιδρωμένο, ανάβει, του απαντάει «άντε, αλλά πολύ γρήγορα γιατί έχω τρεις ντάνες για σιδέρωμα κι αν αργήσω θα μου φωνάζει ο άντρας μου». Μπαίνει ο μάστορας, τελειώνει, φεύγει κύριος, ξανά στο σίδερο η μαντάμ. Λίγο μετά πάει άλλος μάστορας. Ίδιο σκηνικό, νεράκι, καυλάντα, ψηστήρι, πηδάει κι αυτός, φεύγει, πίσω στη σιδερώστρα η δικιά μας. Λίγο μετά, τρίτος μάστορας, τέταρτος, πέμπτος, μη στα πολυλογώ Θανάση μου, είκοσι νοματαίοι στην οικοδομή, την περάσανε όλοι! Τα ρούχα στο μεταξύ, ασιδέρωτα. Εννιά το βράδυ, γυρνάει ο άντρας της, τη βλέπει ακόμα να παλεύει με το σίδερο, αρχίζει τις φωνές που άργησε.

Συμπέρασμα: όπου γαμούν πολλοί μαστόροι, αργεί να σιδερώσει!

Ένα μικρό κείμενο για έναν μεγάλο μουσικό

67 ετών γίνεται σήμερα ο Έλληνας κιθαρίστας Γιάννης Σπάθας, μέλος των θρυλικών Socrates (Drank the Conium προαιρετικά). Οι περισσότεροι Έλληνες σε αυτή την ηλικία έχουν να θυμηθούν τις παλιές καλές εποχές που ήσαν βολεμένοι και να γκρινιάξουν για τις περικοπές των συντάξεών τους. Αυτός πάλι, έχει να θυμηθεί και να παραπονεθεί για πολύ πιο σοβαρά πράγματα.

Γεννημένος στους Παξούς το 1950, ο μικρός Γιάννης μετακομίζει στα μικράτα του στον Πειραιά, όπου κάνει παρέα με τον Αντώνη των Τουρκογιωργαίων δυο στενά πιο κάτω. Έχοντας κι οι 2 μεγαλώσει μαθαίνοντας μουσική, αποφασίζουν να κάνουν ένα συγκρότημα το 1966, το οποίο κι ονομάζουν Persons. Με πιο ελαφρύ ήχο και με μέτριας ποιότητας όργανα, προβάρουν, παίζουν σε σχολικές γιορτές κι αποκτούν μια τοπική φήμη, μέχρι να διαλύσουν το 1969. Εν τω μεταξύ, ο νεαρός Σπάθας ανακαλύπτει τον Jimi Hendrix και η ζωή και το παίξιμό του αλλάζουν για πάντα. Οι Persons αναγεννιούνται με τον Ηλία Μπουκουβάλα πίσω σπό το drum kit και ξαναβαπτίζονται Socrates Drank the Conium. Το Κύτταρο γίνεται δεύτερο σπίτι τους για χρόνια κι η δισκογραφία τους  ξεκινά με μικρά αλλά αξιοσέβαστα βήματα. 1972 γράφει το ημερολόγιο όταν κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο, από το οποίο ξεχωρίζει η πρωτόλεια εκτέλεση του Starvation, ενός κομματιού που θα επανεκτελεστεί χρόνια μετά, στο δίσκο Phos, πειραγμένο από τον τότε παραγωγό και συνεργάτη Vangelis, και θα τους ανοίξει το δρόμο για μεγαλύτερα βήματα κι ακροατήρια. To Starvation θα είναι πάντα η «κούνια» των Socrates. Οι εμφανίσεις τους θεωρούνται πια όχι μια μάζωξη «γιεγιέδων», αλλά πολιτιστικό γεγονός, λόγω του ιδιαίτερου ήχου της μπάντας, που παντρεύει το ηλεκτροδοτούμενο, σκληρό ροκ με την ελληνική παράδοση. Παρά τον αγγλόφωνο στίχο, τον οποίο μάλιστα ο Σπάθας θεωρούσε ένα από τα «όπλα» του ροκ κι αδύνατον να παίξει κανείς αυτή τη μουσική με ελληνικό στίχο.

Με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου λοιπόν, πέρα από μια πιο διαυγή παραγωγή στο δίσκο Phos, έρχεται και η ευκαιρία να βρεθούν οι Socrates στο εξωτερικό. Το κοινό, οι μουσικοί κι οι παραγωγοί της εποχής ενθουσιάζονται. Μεγάλες κουβέντες λέγονται για τη μπάντα σαν σύνολο, αλλά και για τον Σπάθα ξεχωριστά σταν κιθαρίστα. «Αυτοί ξέρουν όντως να παίζουν τα όργανά τους!» και «Αν δισκογραφούσε στην Αμερική, θα ήταν ένας παγκοσμίως διάσημος μουσικός» τα σχόλια της εποχής. Βέβαια, ο ίδιος ξεχώρισε ένα από τα λίγα καλά λόγια που είχε πει ο Lemmy, όταν τους πέτυχε σε μία συναυλία τους στην Αγγλία: «You’re a fucking great band».

Τα καλά λόγια όμως δεν αρκούν. Στα πρόθυρα μεγάλων, παγκόσμιων συμβολαίων, οι (απλοποιημένοι πλέον σε) Socrates καλούνται να αλλάξουν όνομα και ήχο, προκειμένου να κάνουν το μεγάλο μπαμ στο εξωτερικό. Η απόπειρα που τιτλοφορείται Plaza δεν είναι κακή, ίσα ίσα διαθέτει κάποιες εξαιρετικές μουσικές στιγμές (Stray Dogs, Backroom Boy, For Every Clown). Όμως, οι συνθήκες της εποχής γίνονται γνωστές στους Έλληνες μουσικούς που αλλιώς τα είχαν μάθει: τα χρήματα λίγα και τα συμβόλαια με τόσο κακούς όρους, που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν σε βάθος χρόνου και με αυστηρές προθεσμίες, προκειμένου να πληρωθεί ένας τότε επαγγελματίας καλλιτέχνης. Πίσω στην Ελλάδα, πέρα από τις οικογένειές τους, θα μπορούσαν να έχουν και μία δουλειά ως session μουσικοί σε σκηνές και δισκογραφίες. Η απόφαση βαριά, αλλά πάρθηκε. Επιστροφή στα πάτρια εδάφη λοιπόν. Και μαζί, διάλυση. Έτος 1986.

Κανείς καλός δε χάνεται όμως. Ο Σπάθας δουλεύει στη δισκογραφία ως session μουσικός, ενορχηστρωτής, παραγωγός, συνθέτης, ενώ κατά καιρούς παίζει και σε επιλεγμένες συναυλίες. Σμίγει με τον παλιό bandmate Νίκο Αντύπα σε διάφορες δουλειές, παραστάσεις και παραγωγές, ξαναστήνει τους Socrates και πραγματοποιούν μερικές επιτυχημένες συναυλίες, αποφασίζουν να ξαναμπούν στο στούντιο και τότε, το 2010, ο Τουρκογιώργης παθαίνει εγκεφαλικό κι αδυνατεί να παίξει ή να τραγουδήσει. Τίμιος, ο Σπάθας επιλέγει να μείνει ο δίσκος στο συρτάρι, μέχρι να ανανήψει ο κολλητός του. Κι αν δεν, να μείνει στο συρτάρι για πάντα. Πέρα από το ρομαντικό της υπόθεσης, ίσως να τον κρατά στην άκρη επειδή ξέρει εκ των έσω ότι η δισκογραφία όπως την ήξερε πέθανε…

Ο ίδιος όμως όχι. Υγιής, διαυγής και ακμαίος και μακάρι να βαστιέμαι έτσι στα 67 μου κι εγώ. Με τον αδερφό του Αντώνη Τουρκογιώργη, τον Άκη, και τη μπάντα του Blue Airways, πραγματοποιούν συχνά συναυλίες παρέα για το ξέσκασμα. Έχει την επιχείρησή του στους Παξούς, μια υπέροχη οικογένεια, με το γιο του το Νίκο να επιβεβαιώνει  την παροιμία για μήλα και μηλιές, και μια βαλίτσα ιστορίες να πει. Χώρια τη μουσική παρακαταθήκη που μας άφησε.

3+1 διασκευές του Chop Suey απείρως καλύτερες από αυτήν του Voice

Κάποιος φίλος προψέ μου έστειλε ένα βίντεο από το Voice με δύο τύπους να εκτελούν στα 5 βήματα το Chop Suey των System Of A Down. Εντάξει, ο ένας το πάλευε, αλλά ο άλλος μάλλον δε μπήκε ποτέ στον κόπο να μάθει τα λόγια. Οι δε διφωνίες ήταν άστοχες, σε αντίθεση με τα ντουφέκια που βγήκαν εναντίον τους.

Μεταφορικά, γιατί ζουν ακόμα οι άνθρωποι.

Δυστυχώς.

Κι επειδή δεν υπάρχει μαγνητοσκοπημένο ντοκουμέντο με εμένα και τον κολλητό μου να τραγουδάμε ημίγυμνοι και κλασμένοι από το πιώμα το εν λόγω κομμάτι σε γνωστό υπόγειο ροκόμπαρο των Άνω Πατησίωνε, θα αρκεστείτε σε τρεις κορυφαίες κακές διασκευές του άσματος.

1: Αυτοί εδώ οι πιτσιρικάδες

Το βίντεο πρέπει να είναι παλιότερο κι από το ίντερνετ, παλιότερο κι από το τραγούδι, παλιότερο κι από την εεύρεση της κάμερας, παλιότερο κι από το ίδιο το σύμπαν! ΟΚ, δεν είναι ακριβώς διασκευή αλλά lip syncing, αλλά τα τυπάκια το πήγαν ένα βήμα παραπάνω με το ανελέητο headbanging και τις απίστευτες γκριμάτσες.

2: Αυτό εδώ το ζευγάρι

Τούτοι δω οι άνθρωποι αποφάσισαν ότι είναι τόσοι γαμάτοι στο καραόκε, που πρέπει να ανέβουν και online. Το αποτέλεσμα, αν μη τι άλλο, ψυχεδελικό. Υποθέτω ότι σε μια κάργα μεθυσμένη βραδιά καραόκε, θα μπορούσαν να ανακηρυχθούν ως και πρωταθλητές. Αρκεί να κέρναγαν αυτοί!

3: Αυτός εδώ ο θεούλης

Μασημένα αγγλικά, κακή παραγωγή που θα ζήλευαν και οι Anorimoi (οι παλιοί οι ορθόδοξοι), και κάπου στη μέση… LE TONGE! και αλλαγή σε κάτι που φέρνει σε κλασμένο latin rock α λα κρεμ. Ο τύπος είναι κωμικός κι οι στίχοι επίτηδες έτσι γραμμένοι, οπότε μην τον θεωρήσετε τον Περουβιανό Κατέλη. Γενικότερα ψάχτε τον για τις θεϊκές LE TONGE αλλαγές.

Και το +1: Αυτή εδώ η κατσίκα

Αν μη τι άλλο, πέτυχε περισσότερους στίχους από τον αξιότιμο κύριο Κίτση!

Top-5 προσωπικών αγαπημένων rain songs

Έξω βρέχει, κόσμος πνίγεται, πέρα βρέχει γενικότερα ο δικός σου Θανάση μου, τι να κάνω, ας γράψω για τα αγαπημένα μου rain songs. Μιλάμε για προσωπικά κριτήρια, οπότε μην τη θεωρήσεις λίστα με τα καλύτερα rain songs, γιατί αντικειμενικότητα δε χωράει σε αυτά.

Η σειρά είναι τυχαία, ε; Δεν ξεχωρίζονται κάποια πράγματα άλλωστε…

Citizen Cope – Sideways

Τω καιρώ εκείνο που λες Θανάση μου, πρόβαρα με ένα project το οποίο δεν είχε την τύχη να προχωρήσει. Γνώρισα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, τον Μπάμπη, που έπαιζε βιολί. Φοβερός μουσικός, ωραίος τύπος. Μου σύστησε σε μια φάση αυτό το κομμάτι. Δηλαδή την επανεκτέλεση με την κιθάρα του Carlos Santana από πάνω. Η απλή, λιτή κι απέριττη πρώτη εκτέλεση ωστόσο με κέρδισε περισσότερο. Γύρναγα από μια πρόβα τότε στο παλιό μου σπίτι, στο Αιγάλεω. Έπιασε βροχή όσο ήμουν στο μετρό. Κουβάλαγα πράγματα, πήγαινα άκρη-άκρη στο πεζοδρόμιο, τα διερχόμενα αυτοκίνητα με κατάβρεχαν, ενώ παράλληλα είχα και κάτι ερωτικά σεκλέτια να με απασχολούν και είχα καιρό να δω τους δικούς μου στο χωριό, καθώς παίζαμε σχεδόν καθημερινά για πολύ καιρό. Με αυτό το κομμάτι να με συνοδεύει σε βήματα και σκέψεις. Έμεινε στο σύστημά μου από τότε.

Beck – Everybody’s got to learn sometime

Νοικιασμένο DVD (τα θυμάστε;) και ακυρωμένο ραντεβού και περισσευούμενο κρασί. Κακός συνδυασμός, σε μια εποχή που το «έλα σπίτι να δούμε ταινία» δε συνοδευόταν από dickpic. Ψιλόβροχο (θα ήθελα συμπλήρωνα ότι έσκαγε στην τέντα ή στον τσίγκο, αλλά το μπαλκονάκι της φοιτητικής μου γκαρσονιέρας δεν είχε τέτοια, οπότε θα πω απλώς…) απ’έξω, Τζιμ Κάρεϋ στην οθόνη, το τραγούδι των τίτλων τέλους στην καρδιά. Για πάντα.

Johnny Cash – Ain’t no grave

Κάποτε που μου περίσσευαν λεφτά και δεν υπήρχε τόση τεχνολογία και ΜΒ διαθέσιμα, έπαιρνα CD (το θυμάσαι άραγε κι αυτό;). Νέα τότε κυκλοφορία, ο δεύτερος μετά θάνατος δίσκος του Johnny Cash, το «American VI». Μία που το αγόρασα, μία που το ξεφάσκιωσα (αχ, αυτές οι συσκευασίες του Metropolis!) και το έβαλα στο discman (ε, αν θυμάσαι κι αυτό, είσαι τριαντάρης!). Πήγαινε να μπει άνοιξη σιγά σιγά, ωστόσο ο καιρός είχε τη μουντάδα που χρειαζόταν για να πιάσει μια ψιχάλα που σταδιακά δυνάμωνε, αλλά δεν ξεσπούσε σε μπόρα. Η φωνή του Cash, σπασμένη μα με μια ιδιαίτερη δύναμη, να ακούγεται από την άλλη πλευρά. Δέος! Να λέει πως κανένα μνήμα δε μπορεί να κρατήσει αυτό το σώμα.  Μεγάλη αλήθεια, μεγάλη κληρονομιά… Κάθε συλλαβή συνοδευόταν κι από μια σταγόνα στο πρόσωπο. Κι όσο κι αν εξακολουθεί να μου προκαλεί ανατριχίλες, σαν κι αυτές που ένιωσα τότε κι υπό εκείνες τις συνθήκες, δε θα ξανανιώσω.

Peter Dolving Band – Break or bust

Περίεργη περίοδος τότε που το πρωτοάκουσα. Ότι είχε βγει το «Unseen» των The Haunted και ξεψάχνιζα τα πάντα γι’αυτούς. Και κάπου εκεί, ανακαλύπτω τα σόλο διαμάντια του τραγουδιστή Peter Dolving. Άλλη φάση, πολύ μακριά από το extreme ύφος της μπάντας, αλλά θα γράψω αναλυτικότερα κάποια στιγμή για το δίσκο του, «Bad Blood». Περίοδος που αλήτευα με φίλους, προσπαθώντας να ξεχαστώ από κάποια προσωπικά θέματα. Καλές εποχές… Ο στίχος να περιγράφει αλητείες, η διάθεση μουντή, παρά τα up-tempo μέρη, ίδια μ’εκείνο το χειμώνα. Η σύνδεση με βροχή, κυρίως  λόγω διάθεσης.

Burst – Where the wave broke

Άλλη περίεργη περίοδος. Νεύρα. Πολλά νεύρα. Βόλτα με αμάξι. Βροχή. Παραλιακός δρόμος. Έπαιζε αυτό. Κύματα μπερδεμένα με μπόρα να σκάνε στο δρόμο. Στο μπάσιμο, οκάδες νερό πάνω στο τζάμι. Και μέσα στον κινητήρα. Το όχημα παράλυτο μετά από λίγα μέτρα, πάνω στο χαλάρωμα του κομματιού. Σιγόνταρα τις κραυγές του Linus. Τα νεύρα δεν πέρασαν ούτε όταν κόπασε η βροχή κι ο αέρας. Η έκρηξη ενέργειας που μου προκαλεί κάθε επανακρόαση του κομματιού επίσης δε θα κοπάσει ποτέ.

Αυτά τα ολίγα Θανάση μου. Πες μου και τα δικά σου αγαπημένα rain songs άμα θες.

Σκέψεις πάνω στην άχρηστη πληροφορία της ημέρας

img_1188

Υπάρχει ένα κλειστό γκρουπ στο facebook, ονόματι «Η άχρηστη πληροφορία της ημέρας». Έχουν δει κι έχουν δει κει μέσα τα ματάκια μου Θανάση μου, αλλά σήμερα ο κόμπος έφτασε στο χτένι!

«Στο Ταλίν της Εσθονίας -λέει- απαγορεύεται να παίζεις σκάκι κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής»

Σοβαρά τώρα; Αποτέλεσε δηλαδή τόσο μεγάλο θέμα, που έπρεπε ο Εσθονός νομοθέτης να μεριμνήσει γι’αυτό; Φαντάσου δηλαδή τον Άντερς με την Ούνα (ή τον Άντερς με τον Γιόχαν ή την Ούνα με την Βάντα ή ότι συνδυασμό προτιμάτε) στις προσωπικές τους περιπτύξεις:

-Πύργος στο Ε4 μωρή άρρωστη!

-Αχ τι ροκέ μου κάνεις;

-Έτσι, ρούφα μου τον αξιωματικό kurwa!

-Ματ! Ματ! Ματ! ΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΤΤΤΤ!

Άντε, πάει στο λύκο, βίτσια υπάρχουν, όπως τη βρίσκει κανείς. ΠΩΣ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΒΟΛΕΥΟΥΝ ΤΗ ΣΚΑΚΙΕΡΑ; Δε λογαριάζω καν το ότι, από τους κραδασμούς, θα πέφτουν τα πιόνια, εδώ δεν τους πέφτουν άλλα κι άλλα με μια σκακιέρα ανάμεσά τους, βάνουν μαγνητικά πιόνια ξερωγώ, γίνεται. Αλλά το ρημάδι το ταμπλό του παιχνιδιού που το ακουμπάνε; Ποια μπορεί να είναι η βέλτιστη στάση για να παίξει κανείς σκάκι παράλληλα; Ιεραποστολικό με τη σκακιέρα σε τραπεζάκι από δίπλα; Πισωκολλητά μπροστά σε τραπέζι; Ανάποδο καρεκλάτο πάλι μπροστά σε τραπέζι; Καουμπόισσα με τη σκακιέρα στην κοιλιά του από κάτω; Ανάποδη καουμπόισσα για έξτρα βαθμό δυσκολίας; Για μήπως τρίο, με τους δύο στις άκρες και το τρίτο άτομο (τα λέω έτσι άφυλα για να πιάνω όλα τα κοινά Θανάση μου) στα τέσσερα να παριστάνει το τραπεζάκι;

Πραγματικά, αυτή η άχρηστη πληροφορία έκανε τη φαντασία μου να οργιάσει! Και να ξενερώσει παράλληλα… Σοβαρά τώρα, σκάκι κατά τη διάρκεια του σεξ; Όσο «πύργος» και να είναι ο μεν, όσο «άλογο» και να είναι η δε, ε, άμα έχεις να συγκεντρωθείς και στο παιχνίδι κατά τη διάρκεια της συνευρέσεως, δε θ’αργήσει να επέλθει ματ στη διάθεση και των δύο! Φαντάζομαι δηλαδή… Υπάρχουν βλέπεις κι οι sapiosexuals που μπορεί να διεγείρονται όντως από αυτή τη διαδικασία. Sapio-, πως λέμε homo sapiens Θανάση μου; Αυτό πάει να πει το συνθετικό, ότι τη βρίσκουν με την ευφυΐα του άλλου. Ναι, κι εγώ νόμιζα αρχικά ότι ο όρος εκφράζει εμένα με τις τραγικές επιλογές ερωτικών συντρόφων κατά το παρελθόν, μέχρι που διάβασα τι ακριβώς σημαίνει… Αλλά και πάλι, όλες οι καυλωμένες διάνοιες στο Ταλίν μαζευτήκαν; Τι να πω…

Πολλές απορίες Θανάση μου, πολλές! Περιμένω λοιπόν και τη δική σου οπτική επί του θέματος, μπας και βρούμε γιατί οι Εσθονοί έχουν τέτοιο νόμο!

Υ.Γ.: Ξέρω ότι το kurwa είναι πολωνέζικο!

Κριτική εκ του προχείρου -Thor: Ragnarok

img_1172-1

Θανάση μου, με ξέρεις, Μαρβελόπαιδο από τεσσάρω χρονώ, δε γινόταν να μην πάω να δω τον Θώρακλα τον Όντινσον (της γνωστής οικογενείας των Οντινσοναίων) να παίζει μάπες με τον Χουλκ (ψτ, τριαντάρης εδώ, μεγάλωσα με τις θρυλικές εκδόσεις Καμπανά, Χουλκ τον έμαθα, το Χουλκ είναι για αρχόντους, το Χαλκ είναι για λινάτσες). Τα τρέιλερ πολλά υποσχόμενα, το MCU έχει κινηθεί αξιοπρεπέστατα, το πολυσύμπαν της Marvel μεγάλη καψούρα, το Infinity War προ των πυλών (καλά, όχι και τόσο προ, Μάη βγαίνει), ε, δε μπορούσα να αφήσω στην άκρη τον ξανθό, Σκανδιναβό-που-έγινε-εξωγήινος θεό!

Θα προσπαθήσω να το κρατήσω spoiler free το κείμενο, μη φοβού! Επίσης, οι απόψεις είναι καθαρά δικές μου κι όποια ένσταση δεκτή, καθώς άλλο εγώ κι άλλο εσύ.

Το λοιπόν, συνοπτικά τα καλά:

-Μια χαρά η υπόθεση, η Hela καταλαμβάνει την Asgard και ο Thor αναλαμβάνει να τη σταματήσει από το να φέρει την καταστροφή στην πατρίδα του, αφού πρώτα ταξιδέψει κάπου μισό σύμπαν μακριά και βρει τον χαμένο παλιόφιλό του, τον Hulk. Παίζουν και τις μάπες τους, κάνουν και το διαστρικό τους ταξίδι, και ξανασυνεργάζονται, και με τη Hela πολεμάνε, έχουν πρόγραμμα τα παιδιά! Με μικρές αναφορές στις σειρές κόμικ Ragnarok και Planet Hulk, αλλά πιστή στο πνεύμα δημιουργίας ενός ακόμα παράλληλου σύμπαντος, κάτι που σχεδόν μια δεκαετία τώρα το έχουμε συνηθίσει θαρρώ και μόνον οι υπερβολικά καμμένοι με τα κόμιξ θα γκρινιάξουν, η ιστορία έχει νόημα για την εξέλιξη του MCU, καθώς καλύπτει ορισμένα κενά, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζει και το έδαφος για την πολυαναμενόμενη συνέχεια.

-Όσον αφορά τα πρόσωπα, ωραίες ερμηνείες που εξυπηρετούν στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Σε αυτό σαφώς και βοηθάει το γεγονός ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι μόλις 6, ο χρόνος τους σχεδόν ισόποσα μοιρασμένος και οι μισοί έχουν ήδη αναπτυχθεί αρκετά σε προηγούμενες ταινίες, ωστόσο δίνεται η ευκαιρία να δούμε άλλες πλευρές τους, ενώ οι άλλοι μισοί έχουν το χρόνο και το σενάριο με το μέρος τους. Δεν έχουμε άλλο ένα Avengers ή GotG εδώ, δεν το συζητώ καν για Civil War, όπου η πληθώρα προσώπων και η ιστορία δίνουν περιθώρια να φανεί παραπάνω ένας-δύο χαρακτήρες, με τους υπόλοιπους να αναπτύσσονται λίγοτέρο κι από τόσο, όσο. Ειδικά ο Skurge έχει μια απίστευτα γρήγορη εξέλιξη και ξεχωρίζει ως ο πλέον πολυδιάστατος χαρακτήρας της ταινίας.

-Ως προς την εικόνα, σωστή σκηνοθεσία και φωτογραφία και όπως πάντα καταπληκτικά εφέ. Χαίρεσαι να βλέπεις δράση! Να’ναι καλά η τεχνολιγική εξέλιγη Θανάση μου! Και, σπάνιο φαινόμενο για superhero movies, όπως διαμορφώθηκαν την τελευταία δεκαετία, μια «φωτεινή» παραγωγή! Ελάχιστα σκοτεινά πλάνα, μόνο όπου είναι απαραίτητο. Χρώματα έντονα, που δίνουν μια τελείως ξεδιάντροπη comicbook αισθητική! Χάρμα οφθαλμών!

Και τώρα, ώρα για το φτυάρι:

-Η μουσική δε με έπεισε καθόλου. Κάτι μεταξύ video game και 80’s βιντεοταινίας, αδιάφορη, με μουντό ήχο και κακό μπλιμπλίκι. Και μιλάω για τις πρωτότυπες συνθέσεις πάντα, γιατί προφανώς και κρατιόμουν με νύχια και με δόντια να μη σκούξω «Α ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΑΑΑΑ» μέσα στην αίθουσα, ενώ έπαιζε δανεικό γνωστό rock άσμα που στιχουργικά έχει αναφορές σε Vikings, σφυριά θεών και τη Valhalla. Είπαμε, spoiler free, δε λέω τίτλους και καλλιτέχνες, αν ενοχληθείς κι από αυτά, λυπάμαι!

-Strike two, η διάρκεια, όπως πάντα. Πάνω από δύο ώρες ταινία, χώρια που κάθεσαι υποχρεωτικά για τα after credits, για ταινία Marvel μιλάμε, έχεις μάθει πια Θανάση μου ότι δε φεύγουμε νωρίς! Παρόλο που η ροή ήταν πολύ καλή, θα μπορούσαν να κόψουν άνετα γύρω στα 15-20 λέπτά. Το πώς, έρχεται στο επόμενο μειονέκτημα.

-Υπερβολικά πολλά αστειάκια! Μιλάμε για τον Thor και τον Hulk ωρέ! Ο Thor είναι badass! Κι ο Hulk είναι badasser! Και μου τους βάζεις να παριστάνουν τον Σεφερλή; Αλήθεια τώρα; Αν έβγαιναν από τη μέση όλα τα αχρείαστα καλαμπούρια που κάνει μπαμ-μαζί με εντυπωσιακό οπτικό εφέ-ότι χώθηκαν με το στανιό, μάνι-μάνι καταλαβαίνεις πόσος περιττός χρόνος υπάρχει στην ταινία! Καλοδεχούμενα τα αστεία σε ταινίες με πιο χαβαλέ ήρωες, όπως του Ant-Man που το σήκωνε η περίσταση, των GotG που είναι λίγο πολύ όλοι τους καρικατούρες, ακόμα και το γυμνασιακό χιουμοράκι του Homecoming καλώς έκανε και υπήρχε, αλλά τρεις κωμωδίες Marvel μέσα σε μια χρονιά, πάει πολύ! Τι έγινε ωρέ Marvel, αφουγκραστήκατε τις κριτικές για το αντίπαλον δέος και την υπερβολική σοβαροφάνεια κι είπατε να προσλάβετε στα κείμενα Έλληνες YouTubers μπας και φανείτε αστείοι; ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΣΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕ ΠΟΣΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ YOUTUBE ΩΡΕ;

Συνοπτικά, καλή ταινία για τους φαν του είδους, μόνον οι πιουρίστες των κόμιξ θα ενοχληθούν από το σενάριο, οι υπόλοιποι αν ξεπεράσουν τις αχρείαστες δόσεις χωρατών θα περάσουν συμπαθητικά ως καλά, must η παρακολούθηση στο σινεμά λόγω εξαιρετικής εικόνας, προτιμήστε ημέρες προσφοράς όμως.

Soundtracks to escape – EQBeats – Re Incarnation

Καιρός Θανάση μου να σου ξαναμιλήσω για τα soundtracks των βραδινών μου περιπλανήσεων-όσο μπορείς να πεις έτσι το γεγονός ότι ξέμεινα στο δρόμο και γυρνάω ποδαράτος σπίτι, χε χε…
Αυτή τη φορά θέλω να σου μιλήσω για έναν άνθρωπο που ξέρω προσωπικά. Μην το θεωρήσεις υποχρέωση προς το φιλαράκι όμως. Γιατί, στο ορκίζομαι, δεν πήρα ούτε μισό σεντ για να το γράψω αυτό το κείμενο. Ούτε μπορώ να πω ότι άλλες δουλειές του ίδιου ανθρώπου με έχουν πιάσει από τα μούτρα τόσο, όσο η συλλογή που ακούω καμιά φορά στο δρόμο.
Πρώτα απ’όλα, κάνε κλικ στο λινκ να ακούσεις τι παίζει.

EQBeats ο καλλιτέχνης. Οι rap και hip hop παραγωγές η τέχνη του. Τρίτο beat tape του το Re Incarnation, και δεν έχει ιδέα μέχρι τώρα ότι αποτελεί soundtrack των περιπάτων μου στην πόλη. Τι ακούς μέσα; Samples κατά κύριο λόγο. Samples από πολλά και διάφορα μουσικά στυλ. Rock, pop, filmscore, ατάκες, όλα μαζεμένα υπό τα beats και τα μπάσα του παραγωγού, λυμένα και ξαναδεμένα με όποιον του βγαίνει να εκφραστεί καλύτερα.
Μην είσαι κακεντρεχής. Το να παίρνεις μια έτοιμη ιδέα δε σημαίνει πως δεν είναι τέχνη. Σκέψου ένα οποιοδήποτε κομμάτι περί της rap που σου αρέσει κι αν είσαι γνώστης, βρες κι από που έπεσε δάνειο στη βασική λούπα. Το να πάρεις μια προϋπάρχουσα σύνθεση και να την αποδομήσεις, να την ξαναβάλεις σε σειρά και να τη μπολιάσεις με την προσωπική σου υπογραφή είναι μια ιδιαίτερης μορφής τέχνη. Κι ο EQBeats ξέρει να την κάνει καλά. Τόσα χρόνια στο κουρμπέτι άλλωστε, να στρώνει χαλιά για να φτύνουν ρίμες αστικοί ραψωδοί…
Κι αυτός ο αστικός χαρακτήρας, της πόλης δηλαδή, είναι που καθιστά το άκουσμα ιδανικό να συνοδεύσει μια βόλτα. Νυχτερινή, όπως σου επιβάλει το εναρκτήριο Children of the Night, από τον τίτλο κιόλας, αλλά κι απ’τον ήχο. Σε παροτρύνει να συνεχίσεις να κινείσαι ανάμεσα σε κάθε φυντάνι της κοινωνίας, σε στέλνει σε κείνη τη γωνία του κεφαλιού σου που σε βρίζει στα ίσα, αλλά με τόσο ρεμπέτικο τρόπο που δε μπορείς παρά να δεχτείς ό,τι έχει να σου προσάψει. Ανασύρει από εκείνο το σημείο του μυαλού που έχεις θάψει μοιραίες υπάρξεις, ξέρεις, εκείνες που σου προξένησαν μικρούς, προσωπικούς θανάτους, τις ξαναστήνει μπροστά σου και σε βάζει εκ νέου αντιμέτωπο με αυτές. Σε προτρέπει να ψάξεις την αλήθεια-ξέρεις που, εκεί που δε χωράνε ψέματα… Και πάνω που έχεις ξεχάσει ότι βαδίζεις, σου υπενθυμίζει ότι δεν είσαι παρά ένας από τους μικρότερους ανθρώπους που υπάρχουν-και πάπαλα! Κι όλα αυτά, μέσα από ήχους που κάπου, κάπου τους έχεις ξανακούσει.
Παραμένεις διστακτικός; Είσαι από τους ελιτιστές που βρίσκουν την τέχνη του sampling τίποτα παραπάνω από αναμασημένη τροφή; Πες μου τότε, πως γίνεται μέσα από ξαναχρησιμοποιημένες μελωδίες να βγαίνει τέτοιο συναίσθημα; Συναίσθημα που πηγάζει από τον άνθρωπο που πείραξε τις κυματομορφές κι αντανακλά το χώρο και το χρόνο στον οποίο ζούμε. Πρέπει να έχεις νιώσει στο πετσί σου κάθε δανεική νότα, για να την περάσεις τόσο πειστικά για δική σου. Κι είναι παραπάνω από προφανές ότι αυτό ισχύει με τούτο το έργο, αν ανοίξεις καλά τ’αυτιά σου. Άλλωστε, αν το καλοσκεφτείς, όλα τα ποιήματα περιλαμβάνουν όμοιες λέξεις, γραμμένες-ειπωμένες με διαφορετική σειρά, σωστά;
Και τώρα που περπάτησα όσο περπάτησα Θανάση μου, σε αφήνω να δοκιμάσεις να βιώσεις με τον ίδιο τρόπο το πόνημα του εκλεκτού κι αξιότιμου φίλου, συναδέλφου, ενίοτε συνεργάτη, μα πάνω απ’όλα ανθρώπου. Και πες μου άμα θες πως ήταν η εμπειρία σου.

Ελένη Φυσέκη – Το Φάλτσο Μικρόφωνο

img_1104

Αν και πάνε μερικές εβδομάδες από τότε που το διάβασα, εχθές βρέθηκα στην παρουσίαση του βιβλίου της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Ελένης Φυσέκη και σκέφτηκα ότι καιρός είναι να επιχειρήσω άλλη μια βιβλιοκριτική. Στις επόμενες παραγράφους Θανάση μου, θα καταθέσω την άποψή μου.
Το πόνημα της νεόκοπης συγγραφέως και έμπειρης ηχολήπτριας έχει για πρωταγωνιστή το Νίκο, έναν έμπειρο ηχολήπτη και νεόκοπο ντετέκτιβ. Το σκηνικό εναλλάσσεται από το σκυλάδικο της Θεσσαλονίκης, όπου απασχολείται ο Νίκος, σε διάφορες τοποθεσίες της Αθήνας. Το θέμα, όπως προδιαθέτει το εξώφυλλο, ένας φόνος. Που θα μπορούσε ωστόσο να είναι μια εξαφάνιση. Ή μια απαγωγή. Ή όντως ένας φόνος. Αργεί να ξεδιαλύνει το τοπίο…
Η ατμόσφαιρα, κατά κάποιον τρόπο, νουάρ: ανάμεσα σε καπνούς φθηνών τσιγάρων, ακριβών πούρων και ακριβοπληρωμένων πλην όμως νοθευμένων ποτών, ο πρωταγωνιστής ξεκινά ν’αφηγείται την ιστορία του. Κι όχι μόνο. Ανάμεσα στην εγκιβωτισμένη αφήγηση μιας ιστορίας μυστηρίου, ξεπετάγονται πολλές μικρότερες ιστορίες, πιθανότατα βασισμένες σε πραγματικά περιστατικά, γύρω από το βρώμικο κόσμο της νύχτας και τα λαμπερά πρόσωπα που τον απαρτίζουν. Αφελείς wannabe starlets, εξ επιλογής δεύτερα ονόματα, ξεχασμένοι καλλιτέχνες με παράξενες συνήθειες, άνεργοι μουσικοί, μαφίες και μπράβοι, και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ρομάντζο, παρεμβάλλονται στην αναζήτηση ενός αυτόκλητου ερευνητή μα πάνω απ’όλα φίλου.
Οι χαρακτήρες που εμφανίζονται, πολυδιάστατοι, σαν τη νύχτα. Όλοι θα μπορούσαν να είναι υπεύθυνοι για την εξαφάνιση του Τάκη, ο οποίος, αν και δεν εμφανίζεται ποτέ, εντούτοις στοιχειώνει ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ο έτερος πανταχού παρών, ο Νίκος, αποδεικνύεται ανεπαρκής σαν ντετέκτιβ, πιθανότατα σκόπιμα. Ευρηματικό. Πόσες φορές δεν έχουμε απορήσει με ήρωες άσχετους με την έρευνα, οι οποίοι ως δια μαγείας αποκτούν απίστευτες ικανότητες; Ε λοιπόν, εδώ δεν παίζουν αυτά, ο Νίκος είναι μέγας γκαφατζής! Ή πιο σωστά, είναι απόλυτα ανθρώπινος.
Ίσως οι αναγνώστες πιο παραδοσιακών ιστοριών μυστηρίου να ενοχληθούν ως και αγανακτήσουν από τις πολλές αφηγήσεις ιστοριών της νύχτας και των μπουζουκιών. Ίσως οι αναγνώστες που δεν έχουν μουσικές γνώσεις να δυσκολευτούν στις αναφορές σε τεχνικά κομμάτια της μουσικής και της ηχοληψίας. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Φυσέκη αφήνει τη μία τέχνη της να εισχωρήσει ενοχλητικά στην άλλη. Σκοπός της δε φαίνεται να είναι ούτε η επίδειξη γνώσεων μουσικής και ηχοληψίας, ούτε η κεκαλυμμένη αναπαραγωγή κουτσομπολιών της πίστας. Σκοπός της είναι μέσα στα πλαίσια μιας ιστορίας μυστηρίου, να πλάσει χαρακτήρες οικείους, ανθρώπινους, με λαϊκή γλώσσα, ενοχλητικές συνήθειες, πάθη και εμπάθειες. Χαρακτήρες που τους λατρεύεις και τους μισείς στο γύρισμα μιας παραγράφου, όπως τους γείτονές σου. Μόνο που οι γείτονές σου δεν πρωταγωνίστησαν ποτέ σε παραμύθι.
Γιατί κατά βάθος, περί παραμυθιού πρόκειται. Οι ιστορίες της Χαλιμάς με σάπιο γαρίφαλο και πεταμένη χαρτοπετσέτα στο background, ειπωμένη από έναν αφηγητή που ξέρει να σε κρατήσει στην τσίτα, αφού πρώτα σε χαλαρώσει με ένα κέρασμα κι ένα καλαμπούρι. Δεν άκουσα τη δουλειά του Νίκου στο μαγαζί για να τον κρίνω σαν ηχολήπτη, διάβασα όμως την ιστορία του και κατέληξα ότι είναι κακός ντετέκτιβ αλλά σπουδαίος παραμυθάς. Για ενήλικες όμως. Έχει λίγο σκληρή γλώσσα ώρες ώρες αυτός ο τύπος…
Α ναι, ξέχασα, γυναίκα το έγραψε! Σωστά, το ξαναείδα στο εξώφυλλο! Αλλά δεν το εμπιστεύομαι και τόσο, μερικές σελίδες μετά… Λέει για φίλους και διάβασα μόνο για λυκοφιλίες. Λέει για φίρμες αλλά ήσαν όλες ξεπεσμένες. Λέει για φόνο, αλλά δε στον παρουσιάζει σχεδόν ποτέ. Άντε, λέει για φήμες κι έχει πολλές τετοιες. Και λέει ότι το γράφει μια γυναίκα… Κοίτα όμως, πως έχει καταφέρει να αναπαράγει τον αντρικό τρόπο σκέψης, πράξης κι ομιλίας! Ακόμα κι οι ευαισθησίες του πρωταγωνιστή απεικονίζονται με έναν ξεκάθαρα ανδρικό τρόπο: ο φίλος, το φιλότιμο κι η μπέσα πάνω απ’όλα. Λες κι η ίδια η Ελένη Φυσέκη γράφει υποδυόμενη ένα ρόλο…
Ετυμηγορία: η πλοκή Θανάση μου πιθανότατα να μη σ’εντυπωσιάσει. Σίγουρα όμως θα εκτιμήσεις τους χαρακτήρες, το χιούμορ που σπάει τον πάγο σε ισορροπημένες δόσεις, την ατμόσφαιρα και την αμεσότητα της αφήγησης. Ειδικά μάλιστα αν καταφέρει να σε κρατήσει σε αγωνία η ιστορία, θα φύγει μονορούφι!
Για έξτρα αναγνωστική εμπειρία, συνόδευσε την ανάγνωση με το φθηνότερο ουίσκι που θα βρεις. Ξέρεις, σαν αυτό που ρίχνουν σε μπουκάλια ακριβών ποτών σε κάτι καταγώγια και τα σερβίρουν με περίσσειο πάγο κάτι bimbos με ξέχειλα ντεκολτέ…

A WordPress.com Website.

ΠΑΝΩ ↑