Οι ποιητές πεθάναν

Μέσα στο οκτάωρο

Μέσα στις υποχρεώσεις

Μέσα στη ρουτίνα

Κάπου ανάμεσα στην εικονική ανάγκη για έσοδα και σ’αυτήν της απόκτησης αγαθών

Τα διλήμματά τους άλλαξαν

Κάποτε ήταν:

ρίμα ή ελεύθερο;

ίαμβος ή αταξία;

νοήματα ή ρεαλισμός;

έπος ή ειδύλλιο;

λόγιο ή λαϊκό ύφος;

Κι έγιναν:

iPhone ή Android;

μπύρα ή κρασί;

οικογένεια ή μοναξιά;

την Κική ή την Κοκό;

να φάω ή να πεινάσω;

Οι ποιητές χαθήκαν

Σαν το παιδί μέσα τους

Κάτω από κουστούμια, χαρτοφύλακες κι εταιρικά αυτοκίνητα

ή

κάτω από ποδιές, καπελάκια και ξεσκονόπανα

ή κάτω από πάνες και βέρες στο δεξί

Κι ούτε στα κρυφά δε γιορτάζουν

Δεν είναι άλλωστε μανάδες

Δεν είναι άλλωστε γυναίκες

Δεν είναι άλλωστε παιδιά

Δεν είναι άλλωστε άρρωστοι

Κάπου, κάποτε, η αρρώστια τους ποτίστικε μ’ενέσεις πραγματικής ζωής κι ιάνθηκε

Κι η μέρα τους έμεινε να καταλαμβάνει megabytes στον κυβερνοχώρο, άπαξ το έτος, τιμής ένεκεν

Και τελικά, ποιος γιορτάζει;

Advertisements