Με τους Mastodon έχω μια δεκαετή σχέση περίπου, από τότε που αξιώθηκα να ακούσω τον δίσκαρο Blood Mountain. Μέχρι τότε, με επιφανειακές ακροάσεις σε σκόρπια κομμάτια από τους προηγούμενους δίσκους τους, δεν τους είχα και πολύ σε εκτίμηση. Μέχρι που ένας φίλος μου ζήτησε να του αγοράσω από Αθήνα το καινούριο τότε Blood Mountain. Έχοντας ξεχάσει να πάρω άλλα CD μαζί μου στο δρόμο προς το χωριό, άνοιξα να ακούσω την παραγγελία του φίλου μου. Το ότι τάχαμου δεν βρήκα το CD στα μαγαζιά και το παράγγειλα για να του το πάω την επόμενη βδομάδα ήταν μια πολύ θρασύδειλη εναλλακτική για να του πω «το καβάτζαρα γιατί με καρακατακαύλωσε αλλά θα σου πάρω άλλο». Έκτοτε, κάθε νέα τους κυκλοφορία έτρωγε μεγάλο χρόνο από τη ζωή μου για να απολαύσω αξιόλογη νέα μουσική (με εξαίρεση το The Hunter που δε με κέρδισε τόσο, αν κι έλιωσα παραδειγματικά τα Curl of the burl και The Sparrow).

Σήμερα, οι Mastodon απολαμβάνουν το σεβασμό του κοινού και των συναδέλφων τους, όντας μια εμπνευσμένη μπάντα στο studio και διαρκώς βελτιούμενοι επί σκηνής. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν εγκληματικά να θεωρούνται ακόμα ανερχόμενοι, όπως και πολλές μπάντες της γενιάς τους (από το 2000 και δώθε δηλαδή). Κρίμας, γιατί με μια πρώτη ακρόαση του νέου τους πονήματος, οι Mastodon μπορούν πλέον να φέρουν την ταμπέλα του κλασσικού.

Ναι ωρέ! Κλασσικό Mastodon το Emperor of Sand! Όλα είναι εκεί! Από τις καυλωτικές ροκιές ως τις sludgeίλες, από το ψυχεδελικό artwork ως το στιχουργικό concept, από τις σολάρες του Hinds ως τα guest φωνητικά του Scott Kelly, από τις σίγουρες συνταγές ως τους πειραματισμούς, οτιδήποτε έχεις ακούσει στις προηγούμενες 6 κυκλοφορίες τους είναι παρόν κι εδώ Θανάση μου! 10 κόμματοι με την ποιότητα να έχει θέσει τον πήχυ στην κορφή του Έβερεστ, αλλά να καταλήγει να γδέρνει τον πωπούλη στο άλμα επί κοντώ.

Κι εξηγούμαι: δεκτή πιο punk στροφή στο Show Yourself, με τον Brann Dailor να αναλαμβάνει τα φωνητικά, αλλά ταυτόχρονα κι έξω από τα νερά τους. Στο σύνολο, ο δίσκος έχει έναν ελαφρώς πιο soft αέρα κι από το Once More ’round the Sun ή το Crack the Skye (παρεμπιπτόντως, υπάρχουν κάποια μέρη με synths και πιάνα) με «πάτο» στο βάρος το τελευταίο Jaguar God (αλλά όχι ολόκληρο, μιλάμε για κομμάτι λογικής The Czar). Όχι ότι δε μας έχουν συνηθίσει σε σκαμπανεβάσματα μεταξύ αιθέριων και βάρβαρων συνθέσεων, αλλά εδώ η ψαλίδα ανοίγει αρκετά παραπάνω απ’όσο παλιότερα. Όχι ότι φλώρεψαν βέβαια, όταν έχεις Clandestiny και Scorpion Breath (ή το άλλο μισό Jaguar God) να θυμίσουν τις παληκαρίσσες πρώτες μέρες τους!  Απλά, όταν έχεις ακούσει δεκάρια σαν το σερί Leviathan-Blood Mountain-Crack the Skye, σε ξινίζει λίγο ένα εννιαράκι σαν το Emperor of Sand.

Μια ακόμα ανησυχία αφορά τις ζωντανές εκτελέσεις, καθώς σχεδόν παντού επικρατεί ένας οργασμός κρουστών που ακόμα και το χταπόδι με tattoos και stretchings ονόματι Brann Dailor δε θα μπορεί να αποδώσει. Πιθανόν οι ζωντανές εκτελέσεις να χάσουν κάμποση από τη μαγεία της ηχογράφησης και, παρά την εμφανή βελτίωση τους στο σανίδι, να καταλήξουμε πάλι να γκρινιάζουμε. Βέβαια, ας τους ξαναδούμε πρώτα πριν κρίνουμε, γιατί φαίνεται να έχουν ρίξει πολλή προπόνηση σε αυτό τον τομέα και να τα καταφέρουν να αποδώσουν και το νέο υλικό όπως του αξίζει.

Αφήνω ένα 9/10 εδώ και περιμένω σχόλια συμφωνίας και διαφωνίας απ’όποιον αξιωθεί να το ακούσει.

Advertisements