Κατά πόσο ορίζουμε οι ίδιοι τις ζωές μας; Απολαμβάνει άραγε κανείς το προνόμιο να ζει ακριβώς όπως επιθυμεί;

Καταρχάς, ας ξεκινήσουμε από τις απαρχές της διαδικασίας που ονομάζεται ζωή. Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα αν επιθυμούμε καν να γεννηθούμε, κι αν τελικά είναι κάτι που η ψυχή, η αστρική σκόνη ή οτιδήποτε σκατά κι αν είμαστε όταν δεν υπάρχουμε στον υλικό κόσμο ζητά, πολλές φορές δεν είμαστε καν στην εποχή ή τον τόπο που θα θέλαμε. Όλοι κάποια στιγμή σκεφτήκαμε ότι θα ταιριάζαμε καλύτερα σε άλλον χωροχρόνο. Στην εποχή του Χαλκού, των Σταυροφοριών, της Αμερικανικής Εποποιίας… Για να μην αναφερθούμε στο θέμα φύλου. Έστω βέβαια ότι αυτή η περίπτωση αφορά συμπτώσεις που δεν έχουμε τη δυνατότητα να προβλέψουμε και την αφήνουμε στην άκρη.

Λόγω της προηγούμενης πρότασης, θεωρούμε σύμπτωση και την οικογένεια που μας μεγαλώνει. Ούτως ή άλλως, είμαστε τόσο μικροί κι ανίδεοι όταν γεννιόμαστε για να κρίνουμε αν επιθυμούμε όντως αυτή την οικογένεια. Κι ως μιαν ηλικία, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια επιλογής. Οπότε σχεδόν υποχρεωτικά καταλήγουμε στο πρώτο μας σχολείο (αν πάμε) και τους πρώτους μας φίλους (αν κάνουμε). Άλλη μια εξαίρεση; Ας πούμε ναι…

Και καταλήγουμε σε μιαν ηλικία εφηβική, όπου από τη μια το μυαλό έχει πήξει αρκετά για να κάνει επιλογές και να ασκήσει αυτοκριτική, αλλά και τις ορμόνες να ξεσαλώνουν όσο χρειάζεται για να θολώνουν την καθαρή σκέψη. Κάποιος θα αποφασίσει ότι ξέρει καλύτερα από εμάς, κάνοντας άθελά του μια μίνι (ή και μάξι) πλύση εγκεφάλου κι επηρεάζοντας τα πραγματικά μας «θέλω».

Κι έστω ότι αργότερα έχουμε πλέον εντελώς καθαρό κεφάλι και μπορούμε να διαλέξουμε αυτά που θέλουμε να κάνουμε, έχοντας παρακάμψει στην πορεία τις συμβουλές και νουθεσίες τρίτων. Όχι όλοι μας, μερικοί μόνο. Πόσους από αυτούς δε ζώνουν τα φίδια όταν σκέφτονται πόσα ρίσκα μπορεί να παίρνουν με τις επιλογές τους; Πολλές φορές, για να καταφέρουμε κάτι, είναι προαπαιτούμενα κάποια άλλα στάδια. Π.χ. για να γίνεις νευροχειρουργός θα πρέπει να έχεις τελειώσει την ιατρική και να πάρεις ειδικότητα, κατά συνέπεια να έχεις περάσει στην ιατρική σχολή, κι ας μείνω μόνο σε δύο βήματα για να το κρατήσω απλό. Θέλουμε πάντα να ακολουθήσουμε όλα τα ενδιάμεσα βήματα; Όχι, αλλά πρέπει, αν όντως θέλουμε να φτάσουμε κάπου. Αλλιώς, παίρνουμε μιαν άλλη κατεύθυνση. Και στις δύο περιπτώσεις λοιπόν δεν κάνουμε το δικό μας. Κάνουμε ένα «πρέπει» που δεν ορίσαμε εμείς.

Κι από εκεί και πέρα ακολουθούμε «πρέπει» που σπανίως ορίζουμε εμείς. «Πρέπει» να κάνουμε οικογένεια όχι απαραίτητα γιατί το επιθυμούμε εμείς, αλλά οι πρόγονοί μας, ή κάποιος συντροφός μας που το έχει όνειρο ζωής, ή μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. «Πρέπει» να αναλωθούμε σε μια δουλειά που δε μας αρέσει και δε μας αξίζει, είτε επειδή κάποτε «έπρεπε» να ακολουθήσουμε κάποια προαπαιτούμενα για να κάνουμε αυτό που πράγματι θέλαμε αλλά βαρεθήκαμε να ακολουθήσουμε αυτό το «πρέπει», είτε γιατί «πρέπει» να συντηρήσουμε εαυτόν και οικογένεια και επειδή φυσικά «πρέπει» να πληρώσουμε λογαριασμούς. «Πρέπει» να τα έχουμε καλά με κάποιους γιατί κι αυτοί «πρέπει» να τα έχουν καλά μαζί μας, λόγω κοινωνικών κανόνων και συμβάσεων που «πρέπει» να ακολουθούμε. «Πρέπει» να βρούμε γκόμενο/γκόμενα και «πρέπει» να είμαστε καλά μαζί του/της. «Πρέπει» να βλέπουμε τους φίλους μας ακόμα κι αν δεν έχουμε διάθεση ούτε τον εαυτό μας να βλέπουμε. «Πρέπει» να μη χαλάμε χατήρια ακόμα κι αν «πρέπει» να μας χαλάνε. «Πρέπει» να περάσουμε κάμποσα χρόνια της ζωής μας επιλύοντας διλήμματα, γιατί «πρέπει» να είμαστε καλά με κάποιους και «πρέπει» να κακοκαρδίσουμε κάποιους άλλους. Κι εν τελεί, «πρέπει» να πεθάνουμε…

Κι ακόμα κι αυτό δεν το επιλέγουμε εμείς. Μπορεί να έρθει ξαφνικά, χωρίς να το προμηνύει τίποτα. Ένα τροχαίο δυστύχημα, μια ηλιόλουστη μέρα στα 19 μας. Μια δολοφονική επίθεση, μια χειμωνιάτικη νύχτα στα 32 μας. Μια αναρρόφηση κατά τον ύπνο στα 71 μας. Μια ανάσα που δεν ήρθε ποτέ, στο πρώτο μας λεπτό… Ένας καρκίνος στα 54 μας. Κι ειδικά το τελευταίο σε βάζει πάλι σε διλήμματα. Να το πολεμήσεις και να εξαντληθείς; Να το αφήσεις να σε φάει; Να μείνεις σε ένα κρεβάτι μέχρι την ύστατη ώρα υποφέροντας ή να ζητήσεις να σε απαλλάξουν από τον πόνο με μια ευθανασία; Ή να περάσεις κάθε τελευταία σου μέρα ολοζώντανους, δίνοντάς της νόημα αλλά και παράδειγμα στους γύρω σου; Ό,τι κι αν θες από αυτά, τι στοίχημα πάμε ότι κάποιοι άλλοι θα θέλουν το αντίθετο; Κι ότι δε θα σε πείσουν γι’αυτό; Είσαι ευάλωτος άλλωστε, σε κατάσταση σοκ. Δε μπορείς να σκεφτείς καθαρά. Μπορούσες άλλωστε ποτέ;

Κι αν νομίζεις πως μετά θάνατον τη γλίτωσες, μάντεψε! Εκείνη η αίτηση δωρεάς οργάνων που συμπλήρωσες κάποτε; Η γυναίκα σου δεν ήθελε να σε τεμαχίσουν πριν σε θάψουν. Κάτι για αποτέφρωση που είχες σαν τελευταία επιθυμία; Ο γιος σου δεν ήθελε να σε κάψουν. Ούτε καν εκεί δε μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα γίνει το δικό σου! Ποτέ δεν ήσουν. Ποτέ δεν έγινε.

Τώρα που ξέρεις πως δεν ορίζεις τίποτα, κλείσε τα μάτια, ονειρέψου και πριν φτάσεις στο καλό, άνοιξέ τα πάλι, πάρε μια βαθιάν ανάσα και γυρνά στο πανηγύρι που λένε ζωή.

Advertisements