Αναζήτηση

People of the Net

Η πιο γλυκειά αντίφαση

Κάθε χρόνο, τη δεύτερη Κυριακή του Μάη, τα κοινωνικά μύδια κατακλύζονται με αστεία με ζακέτες, MILFs και Παπακαλιάτηδες, ανάμεσα στα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας: τις Μάνες.

Ξέρεις όμως Θανάση μου τι είναι η Μάνα;

Είναι αυτή που θα σου πει ότι δεν είναι σωστό να δέρνεις ενώ σου χτυπάει τα πόδια με τη βίτσα.

Είναι αυτή που θα απαιτήσει να αδειάσεις μια κατσαρόλα φασολάδα και μετά θα σου πει να μαζευτείς γιατί πάχυνες.

Είναι αυτή που θα σου πει να βγεις και λίγο έξω αντί να κάθεσαι σπίτι σα μουρόχαβλο για να σου παραπονεθεί μετά ότι δε μαζεύεσαι μέσα με τίποτα.

Είναι αυτή που θα σου πει να είσαι καλός σαν τα άλλα παιδιά, αλλά αν της ζητήσεις να κάνεις ένα πάρτυ όπως όλοι, θα σου πει ότι δεν τη νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.

Είναι αυτή που θα σου πει ότι είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις στη ζωή σου, αλλά μετά θα σου πει πως πρέπει να κάνεις αυτό που σου λέει, γιατί ξέρει καλύτερα.

Είναι αυτή που θα σε παροτρύνει να παίζεις μπάλα, να μάθεις κιθάρα ή να ζωγραφίζεις για να απηυδίσει αργότερα που δεν ξεκολλάς από αυτά για να ασχοληθείς με τις σπουδές σου.

Είναι αυτή που θα σε πιέσει να παντρευτείς για να δει κι εκείνη ένα εγγονάκι, αλλά καμία γυναίκα δίπλα σου δε θα της αρέσει ποτέ.

Είναι αυτή που, όταν κάνεις το εγγονάκι, θα σου πει ότι θα το μεγαλώσει αυτή για να κάνεις τη ζωή σου, αλλά όταν της το αφήσεις για ένα απόγευμα θα σου γκρινιάξει ότι δεν το έκανες για να το φορτώνεται εκείνη.

Είναι αυτή που θα σε πάρει τηλέφωνο να σου παραπονεθεί ότι δεν την καλείς ποτέ, αλλά όταν την πάρεις εσύ θα στο κλείσει στα γρήγορα γιατί βρήκες ώρα να την πάρεις ενώ παρακολουθεί τούρκικο.

Είναι αυτή που θα πει κάποια στιγμή ότι κουράστηκε και θέλει να πεθάνει, αλλά αν πας να τη βοηθήσεις να κάνει κάτι, θα πάρει αέρα και θα σου πει ότι δεν είναι καμιά παράλυτη κι αντέχει ακόμα.

Αυτό είναι η Μάνα. Ένα πλάσμα γεμάτο αντιφάσεις, που προκύπτουν από την απεριόριστη αγάπη της για σένα.

Να τη χαίρεσαι και να την αγαπάς τη Μάνα σου. Όσο υπάρχει κι όταν δε θα υπάρχει πια.

Take a deep breath and return to life

Κατά πόσο ορίζουμε οι ίδιοι τις ζωές μας; Απολαμβάνει άραγε κανείς το προνόμιο να ζει ακριβώς όπως επιθυμεί;

Καταρχάς, ας ξεκινήσουμε από τις απαρχές της διαδικασίας που ονομάζεται ζωή. Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα αν επιθυμούμε καν να γεννηθούμε, κι αν τελικά είναι κάτι που η ψυχή, η αστρική σκόνη ή οτιδήποτε σκατά κι αν είμαστε όταν δεν υπάρχουμε στον υλικό κόσμο ζητά, πολλές φορές δεν είμαστε καν στην εποχή ή τον τόπο που θα θέλαμε. Όλοι κάποια στιγμή σκεφτήκαμε ότι θα ταιριάζαμε καλύτερα σε άλλον χωροχρόνο. Στην εποχή του Χαλκού, των Σταυροφοριών, της Αμερικανικής Εποποιίας… Για να μην αναφερθούμε στο θέμα φύλου. Έστω βέβαια ότι αυτή η περίπτωση αφορά συμπτώσεις που δεν έχουμε τη δυνατότητα να προβλέψουμε και την αφήνουμε στην άκρη.

Λόγω της προηγούμενης πρότασης, θεωρούμε σύμπτωση και την οικογένεια που μας μεγαλώνει. Ούτως ή άλλως, είμαστε τόσο μικροί κι ανίδεοι όταν γεννιόμαστε για να κρίνουμε αν επιθυμούμε όντως αυτή την οικογένεια. Κι ως μιαν ηλικία, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια επιλογής. Οπότε σχεδόν υποχρεωτικά καταλήγουμε στο πρώτο μας σχολείο (αν πάμε) και τους πρώτους μας φίλους (αν κάνουμε). Άλλη μια εξαίρεση; Ας πούμε ναι…

Και καταλήγουμε σε μιαν ηλικία εφηβική, όπου από τη μια το μυαλό έχει πήξει αρκετά για να κάνει επιλογές και να ασκήσει αυτοκριτική, αλλά και τις ορμόνες να ξεσαλώνουν όσο χρειάζεται για να θολώνουν την καθαρή σκέψη. Κάποιος θα αποφασίσει ότι ξέρει καλύτερα από εμάς, κάνοντας άθελά του μια μίνι (ή και μάξι) πλύση εγκεφάλου κι επηρεάζοντας τα πραγματικά μας «θέλω».

Κι έστω ότι αργότερα έχουμε πλέον εντελώς καθαρό κεφάλι και μπορούμε να διαλέξουμε αυτά που θέλουμε να κάνουμε, έχοντας παρακάμψει στην πορεία τις συμβουλές και νουθεσίες τρίτων. Όχι όλοι μας, μερικοί μόνο. Πόσους από αυτούς δε ζώνουν τα φίδια όταν σκέφτονται πόσα ρίσκα μπορεί να παίρνουν με τις επιλογές τους; Πολλές φορές, για να καταφέρουμε κάτι, είναι προαπαιτούμενα κάποια άλλα στάδια. Π.χ. για να γίνεις νευροχειρουργός θα πρέπει να έχεις τελειώσει την ιατρική και να πάρεις ειδικότητα, κατά συνέπεια να έχεις περάσει στην ιατρική σχολή, κι ας μείνω μόνο σε δύο βήματα για να το κρατήσω απλό. Θέλουμε πάντα να ακολουθήσουμε όλα τα ενδιάμεσα βήματα; Όχι, αλλά πρέπει, αν όντως θέλουμε να φτάσουμε κάπου. Αλλιώς, παίρνουμε μιαν άλλη κατεύθυνση. Και στις δύο περιπτώσεις λοιπόν δεν κάνουμε το δικό μας. Κάνουμε ένα «πρέπει» που δεν ορίσαμε εμείς.

Κι από εκεί και πέρα ακολουθούμε «πρέπει» που σπανίως ορίζουμε εμείς. «Πρέπει» να κάνουμε οικογένεια όχι απαραίτητα γιατί το επιθυμούμε εμείς, αλλά οι πρόγονοί μας, ή κάποιος συντροφός μας που το έχει όνειρο ζωής, ή μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. «Πρέπει» να αναλωθούμε σε μια δουλειά που δε μας αρέσει και δε μας αξίζει, είτε επειδή κάποτε «έπρεπε» να ακολουθήσουμε κάποια προαπαιτούμενα για να κάνουμε αυτό που πράγματι θέλαμε αλλά βαρεθήκαμε να ακολουθήσουμε αυτό το «πρέπει», είτε γιατί «πρέπει» να συντηρήσουμε εαυτόν και οικογένεια και επειδή φυσικά «πρέπει» να πληρώσουμε λογαριασμούς. «Πρέπει» να τα έχουμε καλά με κάποιους γιατί κι αυτοί «πρέπει» να τα έχουν καλά μαζί μας, λόγω κοινωνικών κανόνων και συμβάσεων που «πρέπει» να ακολουθούμε. «Πρέπει» να βρούμε γκόμενο/γκόμενα και «πρέπει» να είμαστε καλά μαζί του/της. «Πρέπει» να βλέπουμε τους φίλους μας ακόμα κι αν δεν έχουμε διάθεση ούτε τον εαυτό μας να βλέπουμε. «Πρέπει» να μη χαλάμε χατήρια ακόμα κι αν «πρέπει» να μας χαλάνε. «Πρέπει» να περάσουμε κάμποσα χρόνια της ζωής μας επιλύοντας διλήμματα, γιατί «πρέπει» να είμαστε καλά με κάποιους και «πρέπει» να κακοκαρδίσουμε κάποιους άλλους. Κι εν τελεί, «πρέπει» να πεθάνουμε…

Κι ακόμα κι αυτό δεν το επιλέγουμε εμείς. Μπορεί να έρθει ξαφνικά, χωρίς να το προμηνύει τίποτα. Ένα τροχαίο δυστύχημα, μια ηλιόλουστη μέρα στα 19 μας. Μια δολοφονική επίθεση, μια χειμωνιάτικη νύχτα στα 32 μας. Μια αναρρόφηση κατά τον ύπνο στα 71 μας. Μια ανάσα που δεν ήρθε ποτέ, στο πρώτο μας λεπτό… Ένας καρκίνος στα 54 μας. Κι ειδικά το τελευταίο σε βάζει πάλι σε διλήμματα. Να το πολεμήσεις και να εξαντληθείς; Να το αφήσεις να σε φάει; Να μείνεις σε ένα κρεβάτι μέχρι την ύστατη ώρα υποφέροντας ή να ζητήσεις να σε απαλλάξουν από τον πόνο με μια ευθανασία; Ή να περάσεις κάθε τελευταία σου μέρα ολοζώντανους, δίνοντάς της νόημα αλλά και παράδειγμα στους γύρω σου; Ό,τι κι αν θες από αυτά, τι στοίχημα πάμε ότι κάποιοι άλλοι θα θέλουν το αντίθετο; Κι ότι δε θα σε πείσουν γι’αυτό; Είσαι ευάλωτος άλλωστε, σε κατάσταση σοκ. Δε μπορείς να σκεφτείς καθαρά. Μπορούσες άλλωστε ποτέ;

Κι αν νομίζεις πως μετά θάνατον τη γλίτωσες, μάντεψε! Εκείνη η αίτηση δωρεάς οργάνων που συμπλήρωσες κάποτε; Η γυναίκα σου δεν ήθελε να σε τεμαχίσουν πριν σε θάψουν. Κάτι για αποτέφρωση που είχες σαν τελευταία επιθυμία; Ο γιος σου δεν ήθελε να σε κάψουν. Ούτε καν εκεί δε μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα γίνει το δικό σου! Ποτέ δεν ήσουν. Ποτέ δεν έγινε.

Τώρα που ξέρεις πως δεν ορίζεις τίποτα, κλείσε τα μάτια, ονειρέψου και πριν φτάσεις στο καλό, άνοιξέ τα πάλι, πάρε μια βαθιάν ανάσα και γυρνά στο πανηγύρι που λένε ζωή.

Άλλο ένα entry για άλλο ένα έγκλημα

Έχω απασχολήσει αρκετά τον λιγοστό και καμμένο εγκέφαλό μου τις τελευταίες μέρες σχετικά με την υπόθεση του βιαστή της Δάφνης. ​Αν Θανάση μου ζούσες σε σπηλιά μέχρι και τώρα και δεν έχεις επαφή με το συμβάν, να σου εξηγήσω επιγραμματικά περί τίνος πρόκειται: 52χρονος που δηλώνει κατά 95% τυφλός βάζει αγγελία ζήτησης οικιακής βοηθού και προσλαμβάνει 22χρονη φοιτήτρια από την επαρχία. Έπειτα από κάποια μεροκάματα, καλεί την κοπέλα για να πληρωθεί και χάνονται τα ίχνη της. Οι γονείς της, μην έχοντας επικοινωνία, σηκώνονται απ’το χωριό κι ανεβαίνουν Αθήνα και με βάση τα όσα τους έχει πει, αλλά και με την ανέλπιστη συνεργασία της αστυνομίας, βρίσκουν την κοπέλα βιασμένη κατ’εξακολούθηση και τον τύπο με τα σώβρακα και κάμερες παντού.

Διαβάζοντας σχετικά άρθρα, η συνεργασία της αστυνομίας φάνηκε να έρχεται εξαιτίας συμπτώσεων. Σίγουρα η επέμβασή της βοήθησε να συλληφθεί το ζώον, αλλά προσωπικά δίνω τα εύσημα στην οικογένεια της κοπέλας που κινήθηκε έξυπνα και μεθοδικά, χρησιμοποιώντας όλες τις λεπτομέρειες που είχαν στη διάθεσή τους. 

Σήμερα μόλις, πέτυχα νέο άρθρο σχετικά με το περιστατικό, όπου το κτήνος ισχυρίζεται πως διατηρούσε σχέση με την κοπέλα και πως το σκηνικό βιασμού ήταν βίτσιο της, δηλώνοντας ότι ο ίδιος θα ήταν ανίκανος να στήσει μόνος του τέτοιο σκηνικό, όντας τυφλός. 

Κανονικός ή Ζακυνθινός, δεν το ξέρουμε. Υποθέτω ότι μπορεί να καταλάβει κάποιος αν όντως είναι τυφλός μέσω του τεστ της ξαφνικής απειλής, πετώντας του στο άσχετο ένα μπαλάκι πχ. Αν κι ο τύπος είναι ικανός να ισχυριστεί πως είναι ο Daredevil ξερωγώ! Και να τον πιστέψουνε τα τσακάλια! 

Καλά, το υλικό από τις κάμερες δεν το έχουν δει; Ιατροδικαστής δεν εξέτασε την κοπέλα; Τι στο λύκο, περιμένουν πρώτα να καταθέσει και μετά να το επιβεβαιώσουν; Γαμώ το δικαστικό σας σύστημα! Μισή μέρα υπόθεση θα ήταν όλα αυτά σε συνθήκες μη γραφειοκρατικής κωλυσιεργείας! Του δίνουν χρόνο να πει κι άλλα ψέματα;

Ρε πούστη άντρα, άμα τα καταφέρεις και σε αθωώσουν, θα σε αναλάβω εγώ προσωπικά! Ντροπή του αντρικού φύλου και της ανθρώπινης φυλής…  Εκτέλεση επιτόπου ήθελε το κάθαρμα, τι συλλήψεις και μαλακίες;

Κι εσύ ο σύγχρονος σκεπτόμενος ειρηνιστής που θα πεταχτείς να με πεις και πάλι ακραίο κι ότι «πρέπει να σεβόμαστε την ανθρώπινη ζωή ακόμα κι αν πρόκειται για τέτοιες παραστρατημένες περιπτώσεις» πες μου κάτι, θα ήθελες να συμβεί αυτό στην αδερφή σου, τη μάνα σου, τη κοπέλα σου, από ένα τέτοιο ανθρωπάριο;

Κάτι σιχαμένες διασκευές…

Ναι ρε Έλλη! Μπράβο! Έτσι, μάθε μας μουσική ωρή! Σιχαμένος ο Marilyn Manson κι η αισχρή διασκευή του στο «Sweet Dreams»! Κάποιος έπρεπε να το πει! Τι λένε τώρα ότι το έκανε δικό του και του έδωσε μια εφιαλτική διάσταση, παπαργιές καμαρωτές! Έλα να σου πω και 5 ακόμα σιχαμένες διασκευές!

Nevermore – The sound of silence

Που πάνε και κάνουν θρας αυτόν τον ύμνο της σύγχρονης απόγνωσης οι άσχετοι οι μαλλιάδες; Δεν πα να λένε ότι προσαρμόστηκε το μήνυμα στη σύγχρονη εποχή κι ότι είναι παράδειγμα διασκευής; Σιχαμένο είναι!

Klone – Army of me

Μα να πιάνουν οι κάφροι τη Björk και να την κάνουν έτσι τα κτήνη; Καμιά ντροπή; Τι κι αν η ίδια γουστάρει αυτά τα μέτσολ, τι κι αν σεβάστηκαν το κομμάτι προσφέροντάς του μια διαφορετική ατμόσφαιρα; Σιχαμένοι κι αυτοί!

Rotting Christ – Orders from the dead

Ε όχι! Ντροπή! Πως τολμούν οι σατανάδες να πιάνουν τη μεγάλη καλλιτέχνιδα Diamanda Gallas και να την κανιβαλίζουν έτσι; Δεν πα να συμμετέχει κι η ίδια, δεν πα να λέει κι η ίδια ποσό καλή δουλειά κάναν; Σιχάματα και δαύτοι!

Sparzanza – Rebel yell

Α όχι και τον Billy Idol! Δεν έχουν το θεό τους μερικοί! Ε τους σιχαμένους τους Φινλανδούς…

Paradise Lost – Smalltown boy

Ε όχι και τα νιάτα μας σταρ ντισκοτέκ! Ήμαρτον με τους σιχαμένους!

Δείχτους ωρή Έλλη πως γίνεται!

ΠΑΡΤΕ ΕΔΩ ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΣΚΕΥΗ!

Δυο ευχές σε δυο εγκληματίες

Τι βλέπω ρε διάολε με το που ανοίγω τα μάτια μου… Βρέθηκε ένα κοριτσάκι 6 χρόνων, η Στέλλα, νεκρή σε κάδο σκουπιδιών, με υπόδειξη του πατέρα, ο οποίος λέει αντιμετωπίζει ψυχολογικά… Εδώ το σχετικό άρθρο, διαβάστε το για να καταλάβετε το μέγεθος της κτηνωδίας… Ρε άχρηστο πλάσμα, που είναι να απορεί κι ο πιο θρήσκος ποιος Θεός σε αξίωσε να γίνεις πατέρας γαμώ το διάολό σου, δε φτάνει που σκοτώνεις το ίδιο σου το παιδί, το παίζεις και τρελίτσα από πάνω ρε πούστη άντρα; Γιατί; Για να γλιτώσεις τη φυλακή; Όλοι ξέρουμε τι κάνουν οι έγκλειστοι σε καθάρματα σαν και σένα. Να κάτσεις να υποστείς τις συνέπειες πούστρα, να σε βρουν χιλιογαμημένο και κατακρεουργημένο ρε κάθαρμα! Κι είναι και πρώην μπάτσος λέει… Κι έχουν οι μπάτσοι την τάση να κρύβουν ο ένας τις πομπές του άλλου… Όποιος τον καλύψει τον κερατά, του αξίζει ο χειρότερος θάνατος!

Λίγες ώρες πριν, πέτυχα αυτή την εικόνα (μην κλικάρετε αν έχετε ευαίσθητο στομάχι) με έναν νεκρό σκύλο. Δεν έχει σημασία αν συνέβη στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, δεν έχει σημασία αν το σχετικό ποστ είναι clickbait ή αναρτημένο από αγανάκτηση, κάπου, κάποιος, σκότωσε αποτρόπαια αυτό το έρμο ζωντανό… Αυτό το πράγμα (ε όχι κι άνθρωπος ωρέ!) θέλω να ζήσει πολύ παραπάνω από το μέσο όρο. Και να γνωρίζει ανθρώπους που να δένεται βαθιά μαζί τους. Και να τους βλέπει ανά διαστήματα να πεθαίνουν με τον χειρότερο τρόπο, μπροστά στα μάτια του. Και να μη μπορεί να κάνει τίποτα. Μέχρι να εκλιπαρεί να βρεθεί κάποιος να τον σκοτώσει όπως αυτό το λάθος της φύσης σκότωσε το σκυλί. 

Αυτά τα ολίγα. Καλή σας μέρα να ευχηθώ ή θα είναι υποκριτικό μετά από τη μισανθρωπιά που έβγαλα; Μωρ’δε γαμιέται; Καλημέρα! Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο την αξίζεις. Πιθανόν να αγανάκτησες με τις παραπάνω καταστάσεις που με ώθησαν να μοιράσω ευχές, περισσότερο απ’όσο με τις ίδιες τις ευχές μου σε αυτές τις αποτυχημένες εκτρώσεις που λέγονται κατ’ευφημισμόν άνθρωποι. Κι εσύ Θανάση μου που με ξέρεις καλύτερα και γνωρίζεις ότι ούτε τα παιδιά συμπαθώ ούτε τα ζώα, γνωρίζεις επίσης ότι δε θα έβλαπτα κιόλας παιδί ή ζώο. Αν είχα παιδί, θα το μάλωνα στις αταξίες του, αλλά μέχρι εκεί. Κι ίσως να το πρόσεχα περισσότερο από τον εαυτό μου. Γιατί έστω ότι όντως το παιδάκι πέθανε «κατά λάθος», το να μην το προσέχεις δε σε κάνει λιγότερο ανάξιο γονιό. Σκύλο δε χρειάζεται να έχω για να σεβαστώ. Κυκλοφορούν εκεί έξω τόσα αδέσποτα. Δε βρίσκω νόημα στο να τα ταλαιπωρήσει, βασανίσει και σκοτώσει κανείς, πέραν του ότι είναι ανώμαλος.

Κι αγανακτώ με τις ειδεχθείς αυτές πράξεις γιατί, έτσι όπως έχω την τάση να βλέπω σε ένα δεύτερο επίπεδο τα πράματα, διακρίνω κάτι κοινό, πέραν του ότι είναι αθώες ψυχές: ένα παιδάκι 6 χρόνων, που δεν έχει προλάβει να φθαρεί από την ανθρωπότητα και χάνεται από τον ίδιο του τον πατέρα, κι έναν σκύλο που δημιουργήθηκε με σκοπό ζωής να κάνει παρέα στην ανθρωπότητα. Το νιώθεις; Νιώθεις αυτή τη μορφή προδοσίας απέναντι σε αυτές τις ψυχές;

Αντίο Γελωτοποιέ…

Μόλις έμαθα ότι ο Στάθης Ψάλτης έχασε τη μάχη με την επάρατο. Στεναχωρήθηκα πολύ περισσότερο απ’όταν έμαθα ότι έφυγαν ο Θανάσης Βέγγος, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Βασίλης Τσιβιλίκας ή ο Κώστας Τσάκωνας, άνθρωποι που μου πρόσφεραν γέλιο στα μικράτα μου, όταν παρακολουθούσα τις απολαυστικές ταινίες τους στην τηλεόραση.

Οι χαρακτήρες που ενσάρκωσε, που του πήγαιναν τόσο πολύ, του ατίθασου κι αστείου καταφερτζή που πάντα είχε όρεξη να διορθώσει αδικίες και να τα χώσει σε όποιον έπρεπε, αποτέλεσαν σημείο ταύτισης και διαμόρφωσαν σε έναν βαθμό την προσωπικότητά μου. Ωστόσο, είχα και μια προσωπική επαφή μαζί του, όταν ήμουν παιδί. Και θα προτιμήσω να μοιραστώ αυτή τη στιγμή, παρά να κάνω ένα ακόμα copy-paste της βιογραφίας του, που κατέκλυσε όλα τα site σε χρόνο dt.

Ο πατέρας μου δούλευε ταξί κι ο Στάθης, που παραθέριζε στο χωριό μου, αν δεν είχε καλοκαιρινές περιοδείες, ήταν πελάτης του σχεδόν κάθε μέρα. Τον πήγαινε στο καζίνο. Ήθελα να τον δω και να του σφίξω το χέρι. Ήθελα επίσης να γίνω ηθοποιός. Οι δικοί μου επέμεναν να μην το κάνω αλλά να σπουδάσω κάτι και παράλληλα να ασχοληθώ με την υποκριτική αν το επιθυμούσα. Είχα τον Στάθη πολύ ψηλά. Παρόλο που δεν τον είχα δει σε σοβαρές ερμηνείες ως τότε, κάτι μου έλεγε ότι μπορεί να βγάλει δάκρυ και σκέψη με την ίδια ευκολία που έβγαζε γέλιο. Επέμενα να τον γνωρίσω και σε μια κούρσα, ο πατέρας μου με πήρε μαζί τους.

Καθόμουν πίσω από τον πατέρα, δίπλα στον Στάθη. Είχα μείνει κοκκαλωμένος. Ήμουν μόλις 8 χρονώ και δε σκεφτόμουν όπως και τώρα. Δε σκεφτόμουν ότι δίπλα μου κάθεται ένας άνθρωπος που, όπως κι εγώ, αναπνέει, κατουράει, τρώει, καθαρίζει τ’αυτιά του. Σκεφτόμουν ότι κάθομαι δίπλα στον σπουδαίο Στάθη Ψάλτη. Και δε νομίζω να έχω ξανανιώσει έτσι όποτε βρέθηκα κοντά σε κάποιον επώνυμο. Τον κοιτούσα σαν χαζός να μου χαμογελάει. Κάποια στιγμή το ξεφούρνισα: «Θέλω να γίνω ηθοποιός σαν κι εσένα όταν μεγαλώσω!»

«Αν σου αρέσει να το κάνεις. Αλλά θέλει πολλή δουλειά και πολλή αγάπη για την τέχνη. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Και τώρα πια έχει γίνει κωλοδουλειά, θέλει γνωριμίες και να ξέρεις σε ποιον να κάνεις χατήρια για να πεις ότι θα σου δοθεί μια ευκαιρία. Εγώ μικρέ θα σου έλεγα να σπουδάσεις κάτι, να έχεις ένα χαρτί στα χέρια σου, και μετά να ασχοληθείς με το θέατρο. Όχι την τηλεόραση, το θέατρο! Αυτό δείχνει ποιος αξίζει και ποιος είναι απλά εμφανίσιμος! Να το έχεις υπόψιν σου αν το τολμήσεις!»

Κάπου μέσα μου πίστεψα ότι οι γονείς μου τον έβαλαν να με αποθαρρύνει, επειδή δεν ενέκριναν το να ασχοληθώ με την υποκριτική. Άλλο που ερασιτεχνικά έκανα κάποια μικροπράγματα σε τοπικές σκηνές και συλλόγους. Στην πορεία άλλωστε, με κέρδισε η μουσική. Αλλά τότε, πάντα φανταζόμουν ότι θα γίνω καλός ηθοποιός και μια μέρα θα παίξω δίπλα του. Δεν έκατσε. Δεν πειράζει. Έμεινε μέσα μου σαν ο Ηρακλής Σπίνος, ο Πίπης Παρλαπίπας, ο Λαέρτης Ρωμανός, ο Γελωτοποιός. Ειδικά ο τελευταίος. Ένας σοφός γελωτοποιός…

Αντίο Γελωτοποιέ. Σ’ευχαριστώ για κείνη τη στιγμή. Καλή ξεκούραση.

Γιατί δε γίναμε μια smoke-free χώρα.

Παρά το γεγονός ότι ψηφίστηκε ένας αντικαπνιστικός νόμος, από όλους τους δημόσιους χώρους βγαίνουν ακόμα ντουμάνια. Ας δούμε 5 λόγους που δεν έπιασε.

1. Λόγω του καφέ. Δε γίνεται καφές χωρίς τσιγάρο! Κι άμα είσαι έξω για καφέ, θα το χρειαστεί ο οργανισμός σου. Ο συνδυασμός αποτελεί παράδοση κι οι Έλληνες είμεθα των παραδόσεων ωρέ! Άσε που δίνει πάτημα και για το επόμενο σημείο της λίστας.

2. Το κουτσομπολιό. Καφές και τσιγάρο και παρέα ίσον κουτσομπολιό. Αναπόφευκτα. Βγάλε κάτι από την εξίσωση και χαλάς όλη τη μαγεία.

3. Θα μας χάλαγε τα σεκλέτια ωρέ! Σε παράτησε η γκόμενα; Φόλιασαν το σκύλο σου; Τράκαρες; Κάποια στιγμή θα βρεθείς να τα πίνεις σε ένα μπαρ, αδειάζοντας πακέτα (αυστηρά πακέτο, δε γίνεται καλό σεκλέτιασμα με στριφτό). Πως θα σεκλετιαστείς α λα Φαίδων Γεωργίτσης χωρίς τσιγάρο, ε;

4. Το μεράκλωμα. Σήκω χόρεψε μια λεβέντικη, ΠΑΣΟΚτζίδικη ζεμπεκιά χωρίς τσιγάρο. Σούβλισε αρνί χωρίς τσιγάρο. Βγες για τσίπουρα με την αντροπαρέα χωρίς τσιγάρο. Δε γίνεται! Φλωρεύουν όλα απότομα!

5. Η σοβαρή κουβέντα. Δε λέμε τυχαία «η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο».  Άντε λύσε κυπριακό, μεσανατολικό, grexit και brexit χωρίς τσιγάρο! Γι’αυτό δυσκολευόμαστε στα Eurogroup Θανάση μου, επειδή δε μπορούμε να καπνίσουμε!

Επίλογος: Ψτ, αντιπαθητικέ αντικαπνιστή χωρίς χιούμορ που θα πεταχτείς να πεις ότι λέω μαλακίες, το ξέρω ότι λέω μαλακίες. Το ότι δεν πέρασε η καπνοαπαγόρευση είναι καθαρά συνδυασμός ελλιπών ελέγχων και πονηριάς των μαγαζατόρων. Το από πάνω κείμενο είναι μια σαρκαστική τοποθέτηση που γίνεται από έναν βαρύ καπνιστή και θίγει τη μόνη περίπτωση που ο Έλληνας έδειξε τόσο hardcore ανυπακοή στο νόμο. Αν δε μπορείς να διακρίνεις το χιούμορ, κερνάω τσιγάρο μπας και χαλαρώσεις.

Ρόζα, δε θα ξεμουδιάσουμε ποτέ…

Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, δεν έχει αλλάξει καθόλου ο καιρός τα τελευταία 5 χρόνια. Και πολύ παραπάνω μη σου πω, αλλά έχω λόγο που κολλάω σε αυτά τα 5 χρόνια, που τα κομπιούτερς και πολύ περισσότερο οι αριθμοί γίναν κομμάτι του DNA μας, που κοιμόμαστε νηστικοί, καμιά φορά χωρίς κανέναν στο πλευρό μας… 5 χρόνια που η ιστορία έγινε σιωπή παντοτινή… 

Τα χείλη μας ξερά από λόγια με νόημα, διψασμένα για δυο φιλιά χαρισμένα από αγάπη κι όχι αγορασμένα σε υγρά καμπαρέ. Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο, αλλά δεν ξέρουμε ποιος είναι ο συνοδοιπόρος μας. Παίζουμε κάθε μας στιγμή σε ρουλέτες αμφιβολίας για το σήμερα, το αύριο, το τώρα. Κι οι φωνές μας που ζητούν δικαίωση κι αλήθεια, πέφτουν στο κενό.

Μερικές σκόρπιες σκέψεις μου για τα 5 χρόνια από τότε που ο Δημήτρης Μητροπάνος ανέβηκε για να τραγουδήσει στην πίστα του επέκεινα. Κι αν και δεν έβαζα ν’ακούσω τα τραγούδια του σπίτι μου, κι αν και δεν ήμουν κοντά στο ρεπερτόριό του, ήταν ένας ερμηνευτής που σεβόμουν για το λόγο ότι έβαζε όλη του την ψυχή σε κάθε στίχο που τραγουδούσε. Κι ας τα γράφαν άλλοι τα λόγια, κι ας είχαν τη δική τους δύναμη, κι ας ήταν μόνον η φωνή πίσω από το στίχο, τέτοια καρδιά σε ερμηνεία δεν έχω ακούσει ούτε από το ροκ το σινάφι. 

Το ότι θέλησα να γράψω μερικές γραμμές όμως δεν ήταν ούτε ο άνθρωπος, ούτε η ερμηνεία, αλλά η «Ρόζα». Θα περιαυτολογήσω για λίγο, ίσως ψωνιστώ κιόλας, αλλά έχω μια περίεργη σχέση μ’αυτό το τραγούδι. Κάπως γινόταν κι ήταν πάντα εκεί για μένα. Ο μύθος λέει ότι η «Ρόζα» παρέμενε στο συρτάρι για 20 χρόνια, επειδή κανένας τραγουδιστής που του παρουσιάστηκε το πρόχειρα ηχογραφημένο δείγμα του Θάνου Μικρούτσικου δεν έδειξε ενδιαφέρον γι’αυτό, εξαιτίας της ποιότητας ηχογράφησης. Μπορεί εκεί να βρήκε σημείο τομής μαζί μου η «Ρόζα», να είδε πίσω από τον παχύ μουντρούχο με τα σημάδια της εφηβικής ακμής να έχουν ποτίσει παρακμή ένα άλλοτε γλυκό παιδικό πρόσωπο και να είπε από μέσα της «Άνθρωπέ μου, εδώ είμ’εγώ για σένα!» και να αποφάσισε να μου κάνει παρέα. Ίσως αυτό να αναιρεί την εικασία ότι η Ρόζα των στίχων είναι η επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εκείνη μάλλον θα έκανε στην άκρη έναν τύπο που το όνομά του θα μπορούσε να είναι μονάδα μέτρησης απάθειας και ρηχότητας. Έτσι λοιπόν, η «Ρόζα», πολύ μακριά από το συνηθισμένο μου ρεπερτόριο, βρισκόταν κοντά μου σε στιγμές που μέτρησαν στην προσωπική μου ιστορία. Σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, στίχους Άλκη Αλκαίου και-με σκόπιμα κεφαλαίο το έψιλον, δεν είναι τυπογραφικό-Ερμηνεία Δημήτρη Μητροπάνου, η «Ρόζα» αποφάσισε να είναι δίπλα μου σε έρωτες, μεθύσια, εκδρομές, άγχη, επιτυχίες κι απογοητεύσεις κάθε λογής. Και πάντα ν’ανακαλύπτω μιαν άλλη στροφή να με χαρακτηρίζει. 

Ίσως βέβαια η «Ρόζα» να περνούσε απλά από δίπλα σε όλες αυτές τις στιγμές, αν μετέφερε τα λόγια της κάποια ισχνή κι άψυχη φωνή. Βρήκε όμως τον Μητροπάνο να μεσολαβήσει ώστε να φτάσει το μήνυμά της στ’αυτιά μας και ν’αγγίξει τα σώψυχά μας. Όλων μας, με διαφορετικό τρόπο στον καθένα. Από γαργαλητό που φέρνει κέφι στην παρέα και μεράκλωμα στον χορευτή της, μέχρι σφίξιμο σε σημείο λιποθυμιάς. 

Μην εκθειάζω βέβαια συνέχεια τη «Ρόζα» όμως… Είναι άδικο για τη μαγεία που κέρναγε σε κάθε του ερμηνεία ο Μητροπάνος, σε πολλά τραγούδια που βρίσκονταν ως δια μαγείας κάπου κοντά. Στο κουτούκι με παρέες, στο δρόμο με κίνηση, στην παραλία νύχτα με φεγγάρι, στην οικογενειακή εκδρομή, με το «Αλίμονο», το «Για να σ’εκδικηθώ», το «Πάντα γελαστοί», το «Δώσε μου φωτιά», τις «Θάλασσες», ο Μητροπάνος υπογράμμιζε στιγμές με τον ιδιαίτερο τρόπο του και την χαρακτηριστική του στάση που βαστούσε το μικρόφωνο να σκάει καρφί στο μυαλό.

Σ’ευχαριστώ Δημήτρη. Να’σαι καλά κει πάνω.

Μηνύματα γιορτών

Με αφορμή το Iron Sky του Paolo Nutini, το οποίο έτυχε να ακούσω σήμερα, μετά την παραδοσιακή σουβλοκατάνυξη και την απογευματινή σιέστα-λήθαργο, επιθύμησα να κάνω έναν παραλληλισμό του μηνύματος του Πάσχα με το σημείο που έχει δανειστεί από τη σπουδαία ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, «Ο μεγάλος δικτάτωρ», αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω τραγουδιού, και που στο βίντεο βρίσκεται στο 3:22.

To those who can hear me, I say, do not despair.
The misery that is now upon us is but the passing of greed,
The bitterness of men who fear the way of human progress.
The hate of men will pass, and dictators die,
And the power they took from the people will return to the people.
And so long as men die, liberty will never perish.
Don’t give yourselves to these unnatural men –
Machine men with machine minds and machine hearts!
You are not machines, you are not cattle, you are men!
You, the people, have the power to make this life free and beautiful,
To make this life a wonderful adventure
Let us use that power!
Let us all unite!

Πίσω από τη θυσία και την ανάσταση του Ιησού, κρύβεται το ίδιο μήνυμα θαρρώ. Ένα μήνυμα ελπίδας, αφύπνισης, ένα μήνυμα να προκαλέσουμε τον εαυτό μας να γίνει η καλύτερη εκδοχή του, να ενωθούμε με τον διπλανό μας. Άσχετα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός, αυτό το μήνυμα έχει αποπειραθεί να περαστεί με κάθε δυνατό τρόπο: από μυθολογίες και λαϊκές παραδόσεις, σε τραγούδια, βιβλία και ταινίες. Το ότι δεν αλλάζει ο κόσμος είναι ένας περιορισμός που τίθεται από το σύνολο που ονομάζεται ανθρωπότητα. Πάντοτε η ανθρωπότητα βασίζεται σε κάποιου είδους μεσσία, είτε αυτός λέγεται Γιλγαμές, είτε Ιησούς, είτε Διγενής Ακρίτας, είτε Σούπερμαν, είτε Μητέρα Τερέζα, για να δει να συμβαίνουν αλλαγές. Κι εδώ είναι το πρόβλημα Θανάση μου, ότι τόσον καιρό δεν έχουμε καταλάβει ότι αυτός ο μεσσίας που ψάχνουμε είναι μέσα μας. Αφήνουμε πολιτικές, θρησκείες, χρώματα δέρματος, γούστα να μας διχάζουν, αντί να τα κάνουμε στην άκρη και να γίνουμε ένα. Να στο πω αλλιώς;  Εγώ σε γουστάρω γιατί ξηγιέσαι σπαθί κι ας υποστηρίζεις τον Ολυμπιακό και το ΠΑΣΟΚ, κι ας γεννήθηκες στην Αλβανία, κι ας πιστεύεις στον Γιαχβέ, κι ας ακούς Μαζωνάκη και βλέπεις ντοκυμανταίρ. Το ότι δεν έχουμε τα ίδια γούστα δε σημαίνει ότι δε σ’εκτιμάω σαν άνθρωπο. Είσαι λοιπόν να πάμε μαζί ένα βήμα παρακάτω τούτο τον κόσμο;

Όλοι οι άνθρωποι μαζί, ξυπνημένοι από προπαγάνδες και τεχνητά μίση, με σκοπό να σώσουν ό,τι αξιοπρέπεια έχει μείνει στη βρωμοφάρα μας. Αυτό είναι μεσσίας. Δεν είναι κανένας σπέσιαλ άνθρωπος που πετάει ή ανασταίνει τους νεκρούς.

Για κάθε καινούριο «Χριστός Ανέστη», έχουμε κι ένα καινούριο «Ανθρωπιά Εκοιμήθη» κάθε χρόνο. Είσαι να το αλλάξουμε αυτό;

Σε προκαλώ.

A WordPress.com Website.

ΠΑΝΩ ↑